views_accordion

8 years 7 months ago

Περί Ερμού του Τρισμεγίστου
Πρόσωπο μυθικό, το οποίο ταυτίζεται με τον Ελληνικό θεό Ερμή και με τον Αιγυπτιακό θεό Θωθ. Οι αλχημιστές του Μεσαίωνα τον θεωρούν ως τον εκ της παραδόσεως Μεγάλο Διδάσκαλο της αρχαίας Αιγύπτου. Θεωρείται η προσωποποίηση της Αιγυπτιακής μυστικής παράδοσης και απεικονίζεται ως ιβεοκέφαλος θεός πάνω από την κεφαλή του οποίου λάμπει ο ηλιακός δίσκος και ο σεληνιακός μηνίσκος. Στην ερμητική παράδοση αποκαλείται επίσης καρδιά του Ρα ή Κύριος των Βιβλίων ή απλώς αναφέρεται ως Γραμματέας των θεών.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης τον περιγράφει ως γραμματέα του Οσίριδος. Αργότερα στα ερμητικά κείμενα παρουσιάζεται ως μετενσαρκωθείς υιός του Θωθ, ο οποίος έζησε περί το έτος 2670 από κτίσεως κόσμου και διέπρεψε ως ιερέας, νομοθέτης και φιλόσοφος. Κατά την ίδια παράδοση εδίδαξε στους ανθρώπους την γραφή, την θρησκεία, τις επιστήμες και τις τέχνες. Κατά τον Schure το όνομα Ερμής σημαίνει ταυτόχρονα έναν άνθρωπο, μία κοινωνική τάξη και έναν θεό. Σαν άνθρωπος ο Ερμής είναι ο πρώτος, ο μεγάλος μυητής της Αιγύπτου. Σαν κοινωνική τάξη, είναι ο ιερατικός θεματοφύλακας των απόκρυφων παραδόσεων. Σαν θεός είναι ο πλανήτης Ερμής και ταυτίζεται με την πλανητική του σφαίρα σε μία κατηγορία θείων μυητών. Με μια λέξη, δηλαδή, ο Ερμής προΐσταται στην υπεργήινη σφαίρα της ουράνιας μύησης. Όσον αφορά τη διδασκαλία που του αποδίδεται, αυτή περιέχει τα πολύτιμα σε υπέρτατο βαθμό λείψανα της αρχαίας θεογονίας, που είναι το Fiat Lux απ’ όπου ο Μωυσής και ο Ορφέας άντλησαν τις πρώτες τους ακτίνες. Άλλωστε, το δόγμα του Πυρός - Στοιχείου και του Λόγου - Φωτός που περιέχεται στο "όραμα του Ερμή” θα μείνει η κορυφή και το κέντρο της αιγυπτιακής μύησης.

Μυθικές και ιστορικές αρχές περί την καταγωγή των ερμητικών κειμένων
Όσον αφορά τα κείμενα που αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, συνηθίζεται το σύνολο των γραπτών αυτών κειμένων να αναγνωρίζεται με τον τίτλο Corpus Hermeticum. Ο Θεός - Νους σύμφωνα με την παράδοση, απεκάλυψε στον Ερμή τον Τρισμέγιστο αυτή τη θεϊκή σοφία, η οποία μεταδιδόμενη σε επίλεκτους μαθητές, αποτελεί θεμελιώδη διδασκαλία αυτού που θα γίνει ερμητική παράδοση. Με τα κείμενα αυτά συνδέθηκαν επίσης ο Ασκληπιός ή “Τέλειος Λόγος”, ο Απουληίος, καθώς και αποσπάσματα του Στοβαίου. Γενικώς λέγεται ότι η ερμητική σοφία περικλείεται σε 36 βιβλία περί θεολογίας και φιλοσοφίας και 6 περί ιατρικής, όλα γραμμένα από τον Ερμή, τα οποία, όμως, απωλέσθησαν στη σκιά των αιώνων που πέρασαν. Έχει επίσης διατυπωθεί η άποψη, ότι στον Ερμή πρέπει να αποδοθούν και 18 συγγράμματα, σε ελληνική γραφή, τα οποία ομαδικώς καλούνται ερμητική φιλολογία και γράφτηκαν κατά τον 3ο ή 4ο μ.Χ. αιώνα.

Το περιεχόμενο των συγγραμμάτων αυτών αποτελεί κράμα θρησκευτικού μυστικισμού καθώς και πλατωνικής και πυθαγόρειας φιλοσοφίας. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον επονομαζόμενο «Σμαράγδινο Πίνακα», ο οποίος θεωρείται ως το σύμβολο της πίστεως των ερμητιστών και ανευρίσκεται σε πλείστα αλχημιστικά κείμενα. Κατά την παράδοση ο πίνακας ήταν χαραγμένος επί σμαράγδου, διότι εις τον λίθο αυτόν αποδίδοντο αποκρυφιστικές ιδιότητες. Το, δε, κείμενό του ανακαλύφθηκε από τον Albert le Grand (1193- 1280) και είναι αυτό που ο Άραβας αλχημιστης Jabbir Ibn Hayyan μνημονεύει στην πραγματεία του «Το βιβλίο του στοιχείου της ίδρυσης», ήδη, τον 8ο αιώνα.

Οι μεταμορφώσεις του Ερμή. Οι πνευματικές υποστάσεις του Τρισμεγίστου
Ο C. G. Jung αποφαίνεται ότι ο Ερμής «είναι μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές του Ελληνιστικού συγκρητισμού, από τον οποίο πηγάζουν οι αποφασιστικές εξελίξεις της Δύσης. Ο Ερμής είναι ο θεός των αποκαλύψεων και, για την φυσική φιλοσοφία του ύστερου Μεσαίωνα, είναι επίσης ο νους, ο δημιουργός του κόσμου». Μέσα σ’ αυτό το συγκριτικό πνευματικό μωσαϊκό διακρίνουμε δύο κύριες εκφάνσεις του Ερμή. Μία αιγυπτιακή, και μία ελληνικό - ελληνιστική.

Πρόκειται για παραπλήσιους μυθικούς σχηματισμούς του ιδίου μοναδικού και σταθερού πνεύματος, συμβόλου κάθε μεταμόρφωσης και κλειδιού κάθε μετουσίωσης. Έτσι συναντάμε μια πρώτη μορφή λατρείας του Ερμή, σε αρχαϊκό στάδιο, ως ποιμενικού θεού κατόχου μαγικών δυνάμεων, ιδιαίτερα στην Αρκαδία με το όνομα Άρμα, από το οποίο προήλθε το αρχαιοελληνικό όνομα Έρμαξ. Κατόπιν, ο Ομηρικός Ύμνος στον Ερμή επιμένει στο θέμα της ευφυΐας του γιου του Δία και της Μαίας (Μητέρας - Γης), στη δημιουργική εφευρετικότητα του οποίου οφείλουμε τη λύρα, την άρπα, τον τροχό και τη ζυγαριά. Παίζοντας, μάλιστα τη λύρα γοητεύει τον Απόλλωνα, ο οποίος σε αντάλλαγμα για το όργανο αυτό, θα του προσφέρει το κηρύκειο.

Ταυτόχρονα, στην αιγυπτιακή θεογονία ο Ερμής - Θωθ είναι ο θεός της επιστήμης και των γραμμάτων. Ήταν αυτός που παρέσχε την νίκη στον Ήλιο κατά του Σκότους και συμφιλίωσε τον Ώρο με τον Σεθ και χάραξε τα όρια αυτών. Ήταν αυτός που έθεσε τα όρια μεταξύ ουρανού και γης, καθώς επίσης και αυτός που συνέδεσε τη ζωή του παρελθόντος με την ζωή του μέλλοντος. Η, δε, ευφυΐα του φαίνεται και από το γεγονός του συμβολικού μύθου, που διηγείται ο Πλούταρχος στο βιβλίο του «Περί Ίσιδος και Οσίριδος». Σύμφωνα με τον μύθο αυτό η προσθήκη των 5 ημερών στις 360 του έτους οφείλεται στον Θωθ, ο οποίος κέρδισε στους πεσσούς την σελήνη, με αμοιβή το ένα εξηκοστό κάθε ημέρας του έτους, δηλαδή, εν συνόλω, πέντε επιπλέον ημέρες, δίδοντας έτσι την ευκαιρία στην θεά Νουίτ να γεννά τις μέρες αυτές. Αυτό διότι κάποια κατάρα του θεού Ρα της απαγόρευε να γεννά μέσα στο καθορισμένο έτος.

Όσον αφορά τον όρο Τρισμέγιστος, ο E. von Lippmann αφαιρεί κάθε συμβολική σημασία από την ονομασία και υποστηρίζει ότι «στα αρχαία αιγυπτιακά κείμενα, πριν από την παράσταση του Ερμή, συναντάμε την επανάληψη του ιδίου ιερογλυφικού συμβόλου, γεγονός που υποδηλώνει τον υπερθετικό βαθμό. Κατά τον τρόπο αυτό ο Ερμής πρέπει να θεωρηθεί ως «πολύ μεγάλος» και όχι ως τρισμέγιστος, όρος που υποδηλώνει συμβολική χροιά».

Αντίθετα ο H.-C Puech κατέληξε στη σκέψη, με αφορμή ένα σχόλιο από τον Πλατωνικό Φαίδρο, ότι επρόκειτο για τριπλή ενσάρκωση του ιδίου προσώπου για το οποίο οι αρετές των δύο προηγούμενων ζωών του, ολοκληρωτικά αφιερωμένων στη σοφία και την επιστήμη, αξιώθηκαν, στη διάρκεια της τρίτης ύπαρξης του, να αποκτήσουν και την κατοχή του αυθεντικού του «εγώ». Με την ερμηνεία αυτή ο Τρισμέγιστος θεωρείται ως το μυθικό πρότυπο του μύστη και του ερμηνευτή. Αν, δε, λάβουμε υπ’ όψιν την μυστική αιγυπτιακή παράδοση, ο Ερμής ενσαρκώνεται τρεις φορές. Πριν, κατά την διάρκεια και μετά τον κατακλυσμό.

Έτσι παρουσιάζεται ως ο θεματοφύλακας μιας μυστικής γνώσης, γραμμένης στους τάφους των αιγυπτιακών πυραμίδων. Αυτή η άποψη υποστηρίχθηκε και από τον R. Guenon, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η Μεγάλη Πυραμίδα είναι ο τάφος του Ερμή, διότι τα μυστήρια της σοφίας και της επιστήμης είχαν κρυφτεί με τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν πολύ δύσκολο να τα αποκαλύψει κανείς.

Αρκετούς αιώνες αργότερα οι Δυτικοί αλχημιστές διατήρησαν τον υπαινιγμό του Σμαράγδινου Πίνακα για τα «τρία μέρη της Σοφίας», την έκφραση δηλαδή της αλχημιστικής τριαδικότητας. Θυμίζουμε την τριάδα Θείο - Άλας -Υδράργυρος, τις τρεις εκδηλώσεις του μεγάλου έργου, ζωικής (ερμητικό ανδρόγυνο), φυτικής (ελιξίριο μακροβιότητας) και μεταλλικής (φιλοσοφική λίθος).

Οι αρχαίες μαρτυρίες
Σίγουρα, δεν μπορούν όλες να τεθούν σε ίδιο επίπεδο. Όλες όμως απηχούν την παρουσία, καθώς και τον προφητικό και μυθικό χαρακτήρα του Ερμή του Τρισμεγίστου ή απλώς παραθέτουν αποσπάσματα από το έργο του. Ιδιαίτερα, άξιο λόγου είναι το γεγονός ότι πολλοί χριστιανοί συγγραφείς αναφέρουν τα γραπτά του Ερμή ως απόδειξη των προσωπικών τους πνευματικών πεποιθήσεων.

Ο αλχημιστής Ζώσιμος μνημονεύει μία «Βίβλο περί Φύσεων», που αποδίδεται στον Ερμή και θυμίζει «τον τρεις φορές μεγάλο Πλάτωνα και τον απείρως μεγάλο Ερμή». Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο Ερμής και ο Ζωροάστρης είχαν και οι δύο υποστηρίξει ότι «η γενιά των φιλοσόφων τοποθετείται υπεράνω της μοίρας (ειμαρμένης)».

Σύμφωνα με τον Κικέρωνα ( De natura deorum III, 22), ο Μερκούριος (ενσάρκωση του Λατίνου Ερμή) κατέφυγε στην Αίγυπτο και εγκαθίδρυσε εκεί ταυτόχρονα με τους νόμους και τις επιστημονικές σπουδές. Ο Ιάμβλιχος (Περί Μυστηρίων VIII, 1) αναφέρει την μαρτυρία του Μανέθωνα ( Αιγυπτίου ιερέα που έζησε επί Πτολεμαίου του 1ου), σύμφωνα με την οποία ο Ερμής έγραψε 36.525 βιβλία. Επίσης σύμφωνα με τον Σέλευκο τα βιβλία, που έγραψε ο Ερμής θα μπορούσαν να υπολογισθούν σε 20.000.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς ( Στρωματείς VI, 4) μας άφησε την περιγραφή μιας αιγυπτιακής θρησκευτικής τελετής, στην οποία τα ιερά κείμενα του Ερμή, καθώς και άλλα σύμβολα μιας ερμητικής κοσμικής θρησκείας παίζουν πρώτο ρόλο. Είναι η μοναδική μαρτυρία, που εγκαθιστά μια άμεση σχέση μεταξύ του Ερμητισμού και των θεσμοθετημένων λατρευτικών πρακτικών.

Ο Άγιος Κύριλλος παραθέτει επανειλημμένα τον «Ποιμάνδρη» και μάλιστα γράφει ( Contra Julianum I,30) ότι θεωρεί ως άξιο μνημόνευσης τον Αιγύπτιο Ερμή, στον οποίο οι σύγχρονοί του χορήγησαν τον τίτλο του τρείς φορές μεγάλου. Αν και ιερέας, και έχοντας περάσει την ζωή του στους ναούς των ειδώλων, είχε ως έναν βαθμό τις ίδιες ιδέες με τον Μωυσή».

Για τους χριστιανούς σχολιαστές η ουσιαστική αξία του Ερμή έγκειται στο ότι πρόκειται πράγματι για έναν ειδωλολάτρη προφήτη - θεό, ικανό, όμως, να ενδυναμώσει την υπόθεση του Χριστιανισμού. Ο Λακτάντιος ( De ira dei, 11) αναφέρει ότι ο Ερμής ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον Πλάτωνα και τον Πυθαγόρα, αλλά και από τους επτά σοφούς. Συχνότατα γίνονται αναφορές σε προχριστιανικά ή χριστιανικά κείμενα, όπως το Divinae Instutiones, σε δηλώσεις του Ερμή περί μονοθεϊσμού, περί του ανέκφραστου χαρακτήρα της θεότητας και περί του θείου λόγου.

Τέλος, αναφορές περί Ερμού βρίσκουμε στον Ιάμβλιχο (Περί Μυστηρίων Ι, 2), όπου αναφέρεται ότι ο Πλάτων και ο Πυθαγόρας «είχαν λεπτομερώς εξετάσει τις αρχαίες στήλες του Ερμή .... για να συγκροτήσουν τη φιλοσοφία τους». Επίσης ο Πλάτων στους διαλόγους του «Κρατύλο», «Φίληβο» και «Φαίδρο» κάνει λόγο για την ερμητική διαλεκτική που επιτρέπει το ξύπνημα της ψυχής και προάγει το μεγαλείο του Λόγου.

Η ερμητική αναγέννηση. Το αλχημιστικό Corpus
Τα ίχνη του Corpus Hermeticum χάνονται μεταξύ του 6ου και του 11ου αιώνα. Ο W. Scott, όμως, υποστηρίζει ότι μέρος της ερμητικής παράδοσης είχε διασωθεί από τους Σαβείους, οι οποίοι τον 9ο αιώνα τελούσαν ακόμη στο Αράν μια ειδωλολατρική λατρεία αφιερωμένη στον Ερμή - Θωθ, τον οποίον ταύτιζαν επιπλέον και με τον βιβλικό Ενώχ. Ο L. Massignon σημειώνει ότι οι πρώτοι μουσουλμάνοι που αποδέχθηκαν τον ερμητισμό ήταν οι Σιίτες για τους οποίους θεωρήθηκε ο Ερμής ως «ο πατέρας των σοφών και ο προφήτης των φιλοσόφων».

Από το άλλο μέρος οι μαρτυρίες Αράβων συγγραφέων βεβαιώνουν την ερμητική παράδοση στο Ισλάμ μεταξύ του 9ου και του 13ου αιώνα, κυρίως με την μορφή των αλχημιστικών πραγματειών. Εξ άλλου η μαρτυρία του Μιχαήλ Ψελλού αποδεικνύει ότι το Corpus Hermeticum πρέπει να ήταν γνωστό στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 11ου αιώνα, πριν περάσει για δεύτερη φορά στη Δύση κατά την Αναγέννηση και την περίοδο του Κλασσικισμού.

Προτού, όμως, φθάσει η περίοδος της ερμητικής Αναγέννησης, η ερμητική παράδοση και οι διακλαδώσεις της (απόκρυφη φιλοσοφία, φυσική μαγεία, και αλχημιστική τέχνη) καλλιεργήθηκαν στη μεσαιωνική Δύση. Να θυμηθούμε έργα όπως το Livre de la composition d’ alchimie (Βίβλος της σύνθεσης της Αλχημείας) του Robert de Chester, την πραγματεία De Alchimia του Αλβέρτου του Μεγάλου, την Πραγματεία περί Φιλοσοφικής Λίθου του Αγίου Θωμά του Ακινάτη, το σύνολο των έργων του Roger Bacon του Reymond Lulle και άλλων συγγραφέων μικρότερης προβολής.

Το πέρασμα των αιώνων σε τίποτα δεν επηρέασε τις ιδέες αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν αναλλοίωτες και σε καιρούς πιο φωτεινούς για τα ανθρώπινα πνεύματα. Άξιες ιδιαίτερης μνείας είναι οι αναγεννησιακές μελέτες και οι μεταφράσεις των ερμητικών κειμένων από τους Ιταλούς πλατωνικούς φιλοσόφους Μarsilio Ficino (ιδρυτής της Πλατωνικής Ακαδημίας της Φλωρεντίας το έτος 1440), Francisco Patrici (διδάσκαλος στην Πλατωνική Ακαδημία της Φερράρα περίπου το έτος 1550), καθώς και τον καββαλιστή φιλόσοφο Pico della Mirandola, οι οποίοι εξήγαγαν τη γνώμη ότι σ’ αυτά βρίσκεται η αρχική πηγή των Ορφικών μυστηριακών τελετουργιών, καθώς και της Πυθαγόρειας και Πλατωνικής φιλοσοφίας.

Αναμφίβολα, πάντως, οι πιο αυθεντικές ερμητικές φωνές της εποχής τους είναι αφ' ενός ο Θ. Παράκελσος (1493 - 1541), ο οποίος επανέθεσε την βάση της ερμητικής τριαδικής υπόστασης: τριπλό σύμπαν, τριπλή αλχημική αρχή, τριπλή υπόσταση του ανθρώπου, αλλά κυρίως τις θεμελιώδεις αρχές της αλχημιστικής επιστήμης και αφετέρου ο Giordano Bruno (1548 - 1600). Αυτός, στην πραγματεία του Expulsion de la bete triomphante (1584), εγκωμιάζει την αιγυπτιακή ερμητική παράδοση και μέσω αυτής προσβλέπει σε μία θρησκευτική, ηθική, αλλά και κοινωνική αναθεώρηση, που αποφάσισε στον ουρανό η θεϊκή σοφία με σκοπό την ανεύρεση της θεϊκής φυσικής πηγής.

Ερμητική επιστήμη και φιλοσοφία
Με τον όρο ερμητική επιστήμη θα μπορούσαμε να συμπτύξουμε όλο αυτό το απαύγασμα της αρχαίας μυστηριακής σοφίας, όπως αυτή μετεξελίχθηκε, καθώς είδαμε, στο πέρασμα των αιώνων. Κυρίως όμως εννοούμε την επιστήμη των αλχημιστών, η οποία έλαβε το όνομα της από τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, τον οποίο οι αλχημιστές θεωρούσαν ως ιδρυτή της επιστήμης τους. Τους τελευταίους αιώνες η ερμητική επιστήμη καλείται γενικότερα και Αποκρυφισμός ή Απόκρυφος Επιστήμη ή και Εσωτερισμός. Στις ημέρες μας η ερμητική επιστήμη αποτελεί για όλα τα μυητικά τάγματα την περί των απορρήτων διδασκαλία και την ασχολία με τις απόκρυφες δυνάμεις της Φύσεως, του Ανθρώπου και του Θείου Κόσμου. Είναι η διδασκαλία, η οποία κατά βάση αναζητεί το περιεχόμενό της μεταξύ της γνώσεως και της υποθέσεως, των νόμων των Φυσικών επιστημών και της έρευνας του αοράτου του απόκρυφου, του κεκρυμμένου και του απρόσιτου.

Η φιλοσοφική θεώρηση, τώρα, της ερμητικής επιστήμης ανέκαθεν στηρίχθηκε στις αρχές όλων των αρχαίων μυστηριακών μύθων, καθώς και στις βασικές φιλοσοφικές αναζητήσεις των φωτεινών εκείνων πνευμάτων, που προήγαγαν τη μελέτη της. Διευρύνθηκε υπό το πρίσμα των κατευθύνσεων του επιστημονικού ορθολογισμού, και καλλιεργήθηκε συστηματικά από τις Αδελφότητες των Ροδοσταύρων και κατόπιν των Ελευθέρων Τεκτόνων. Στηρίχθηκε πάντοτε επί των βιβλίων του Ερμή και διακρίθηκε στις μεθόδους της σε: Αλχημεία, Αστρολογία, Λευκή Μαγεία και Θεραπευτική.

Ερμητισμός και Tεκτονισμός
Ανέκαθεν οι τέκτονες συγγραφείς και μελετητές ανεζήτησαν να εξακριβώσουν και καθορίσουν το σημείο επαφής του Ελευθεροτεκτονισμού με τον Ερμητισμό. Ιδιαίτερα οι οπαδοί της αποκρυφιστικής και της μυστηριακής τεκτονικής φιλοσοφικής σχολής κατέστησαν αναμφισβήτητο το δεσμό αυτό, αναλύοντας το μυσταγωγικό περιεχόμενο της καταγωγής του Ελευθεροτεκτονισμού. Ο Α. Ρike, o A. Mackey, o Ragon, o Papus, αλλά και ο Ν. Λάσκαρης συγκλίνουν χωρίς περιστροφές στην άποψη ότι η μελέτη των συμβόλων και των περιεχομένων των διαφόρων τεκτονικών βαθμών, καθώς και η στενή σχέση με την ερμητική φιλοσοφία, μας οδηγούν ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι η αποκρυφιστική παράδοση αποτελεί το μοναδικό περιεχόμενο και του παλαιού και του νεώτερου Ελευθεροτεκτονισμού, ο οποίος αν αποξενωθεί από την μυστηριακή του μορφή, θα απέβαινε ένα απλό βέβηλο σωματείο.

Ιδιαίτερη αξία, όμως, έχει για τη σχέση τεκτονισμού και ερμητισμού, η αναφορά ορισμένων στοιχείων που χρονολογούνται πριν το 1717, έτος - ορόσημο για τον σύγχρονο τεκτονισμό (ίδρυση της πρώτης Μεγάλης Στοάς ανά τον κόσμο). Ο Κ. R. Gould τονίζει ότι ήδη από τον 14ο αιώνα βρίσκουμε, κυρίως στην Αγγλία, εκτός των καθαρώς επαγγελματικών, και τεκτονικά σωματεία, τα οποία έχουν θεωρητικό και συμβολικό χαρακτήρα. Παρατηρείται, λοιπόν, σταδιακά το φαινόμενο να γίνονται δεκτοί εντός των στοών των επαγγελματιών τεκτόνων και άνδρες, οι οποίοι δεν ήταν αρχιτέκτονες και οικοδόμοι, αλλά ήταν αποκρυφιστές, αλχημιστές και γενικώς μελετητές των μεταφυσικών προβλημάτων.

Την ανάπτυξη της πρακτικής εφαρμογής της αλχημείας και την καλλιέργεια της ερμητικής επιστήμης, μέσω των διαφόρων θεοσοφικών σχολών, ακολούθησε η Ροδοσταυρική κίνηση, η οποία ξεκίνησε από την Γερμανία και διαδόθηκε ταχέως σε Αγγλία και Γαλλία. Έτσι, την εποχή του Ε. Αshmole (1640), ο οποίος υπήρξε Ροδόσταυρος και ένας από τους αρχαιότερους «θεωρητικούς» τέκτονες, ο ερμητισμός θεωρείται στην Αγγλία, ήδη, παλαιά επιστήμη. Δεν είναι επομένως διόλου παρακινδυνευμένη η μεταφορά από τον Wite της άποψης του Ragon, ότι οι ερμητικοί φιλόσοφοι βρήκαν καταφύγιο εντός των στοών και σταδιακά εισήγαγαν το συμβολισμό τους. Αν δεχθούμε, δε, την άποψη του H. Haywood στο έργο του «Ο Συμβολικός Τεκτονισμός», ως αληθή, ολόκληρο το Μέγα Έργο των ερμητικών φιλοσόφων, το οποίο δεν είναι παρά ο πέπλος που κρύβει ανώτερα πεδία ερεύνης, ανευρίσκεται στα μυστήρια της Βασιλικής Τέχνης.

Στο συμβολικό τεκτονισμό, τώρα, η προς εξέλιξη ύλη, για να χρησιμοποιήσουμε την αλχημιστική ορολογία, είναι μεν συνηθέστατη και ανευρίσκεται παντού, πλην όμως, κατά τα λεγόμενα του O. Wirth «κάθε υλικό δεν είναι κατάλληλο για την κατασκευή του αγάλματος του Ερμού. Το έργο μόνον τότε είναι δυνατόν να επιτύχει, όταν εκλεγεί το σωστό αντικείμενο». Έτσι, για την προπαρασκευή των μυηθέντων στο Τάγμα ακολουθείται η ατραπός των δοκιμασιών, η οποία ξεκινά με την αφαίρεση των μετάλλων.

Κατά την ερμητική φιλοσοφία η πράξη αυτή αποσκοπεί στην αναγωγή της ύλης στην ουσία της και μόνον, πράγμα που επιτυγχάνεται με την εκκαθάριση της εξωτερικής όψεως και της εσωτερικής διαθέσεως του δοκίμου. Σε αυτήν την κατάσταση της πρωτογενούς αγνότητας ο υπό μυήσιν εγκλείεται στον Σκ\ Θ\, ο οποίος αντιστοιχεί προς την φιάλη ή το φιλοσοφικό ωό των αλχημιστών, και αποθνήσκει συμβολικώς. Σε ορισμένους Σκ\ Θ\ διατηρείται και στις μέρες μας η αναγραφή της λέξης V.I.T.R.I.O.L. σε έναν από τους τοίχους του Διασκεπτηρίου. Η ερμηνεία της αποτελούσε ένα μεγάλο μυστικό για τους αλχημιστές. Αυτό διότι τα γράμματα τους θύμιζαν τη φόρμουλα: Visita Interiora Terrae, Rectifando Invenies Occultum Lapidem (επισκέψου το εσωτερικό της γης και θα βρεις την κρυμμένη λίθο των Σοφών). Πρόκειται βεβαίως για τη φιλοσοφική λίθο των αλχημιστών, που αντιστοιχείται από πολλούς με τον κυβικό λίθο των τεκτόνων.

Όσον αφορά τώρα, τα δοχεία με το άλας και το θείο, τα οποία βρίσκονται επάνω στο τραπέζι του Διασκεπτηρίου, αυτών η ύπαρξη δικαιολογείται από την αλχημιστική θεωρία των τριών αρχών: Θείο, Υδράργυρος και Άλας. Το θείο συμβολίζει την ενεργητική, την προσωπική δράση, η οποία εκπορεύεται από το κέντρο του όντος και αντιπροσωπεύεται από την στήλη J. Το άλας συμβολίζει κάθε τι, που από πνευματική και ηθική άποψη συνιστά την ίδια την ουσία της προσωπικότητας και αντιπροσωπεύεται από την στήλη Β. Τέλος, η νοητή ύπαρξη του υδραργύρου αποτελεί την εξισορροπητική σταθερά, που αντιπροσωπεύει το σταθερό μέρος του όντος.

Μετά τη συγγραφή της φιλοσοφικής του διαθήκης ο δόκιμος και αφού έχει κληθεί να απαντήσει στις τρείς βασικές ερωτήσεις, που καλύπτουν όλο το βασίλειο της συμπαντικής ηθικής, προετοιμάζεται για την κυρίως μύηση. Έτσι, παρουσιάζεται προ της Θύρας του Ναού, την οποία και κρούει. Έχει το στήθος του ακάλυπτο από το μέρος της καρδιάς (δείγμα της ελλείψεως οποιασδήποτε εγωιστικής επιφύλαξης), έχει γυμνό το δεξί του γόνατο (για να υποδηλώσει τα αισθήματα φιλοσοφικής ευσέβειας, τα οποία πρέπει να πρυτανεύουν στην αναζήτηση της αλήθειας) και ανυπόδητο το δεξί του πόδι (δείγμα ταπεινότητος και ιερής ευσέβειας). Τα μάτια του είναι τυφλά για να μπορεί να αισθανθεί. Άλλωστε κατά την ερμητική φιλοσοφία οι περισσότερες αλήθειες είναι διαισθητικής τάξεως, τις οποίες μπορεί να αντιληφθεί κανείς χωρίς καν αυτές να έχουν εκδηλωθεί στον υλικό κόσμο.

Κατά τη διάρκεια της μύησης, που ακολουθεί, ο δόκιμος διανύει τις τρείς περιοδείες, καθάρεται δια των στοιχείων του πυρός και του ύδατος, πίνει εκ του πικρού κύλικα και σταδιακά οδηγείται προς το Φως. Νεογεννηθείς, πλέον, ακολουθώντας τις πανάρχαιες μυητικές ατραπούς, εισέρχεται στους κόλπους του Τάγματος και ενδύεται με το λευκό περίζωμα της υποταγής, του σεβασμού και της δικαιοσύνης. Τώρα, δεν μένει παρά, κατά τα λεγόμενα του Wirth ο μύστης να αναπτύξει τα λαμπρά διανοητικά του χαρίσματα και τις δυνάμεις της βούλησής του για να καλλιεργήσει τις αρετές της καρδιάς του. Έτσι, θα λάβει ανταμοιβή κατ' αρχήν δια του αισθήματος, αλλά κυρίως δια της ερμητικής οδού. Αυτά, αλληλένδετα θα τον ανυψώσουν στον απώτερο αστέρα του μακρόκοσμου ή αλλιώς του Μεγάλου Κόσμου.

Επιμύθιο
Εξετάσαμε, λοιπόν, την υπόσταση του Ερμή μέσα από ένα σύνολο ιστορικών και μυθικών πηγών, καθώς και μέσα από έναν αριθμό κειμένων, τα οποία αποδίδονται πρωτογενώς σ’ αυτόν και αναφέρονται ως ερμητικά κείμενα. Προσεγγίσαμε τις απαρχές της ερμητικής επιστήμης και φιλοσοφίας και ακολουθώντας τη μυστική μυητική ατραπό είδαμε συγκριτικά την εφαρμογή τους στην τεκτονική παράδοση.

Ο ερμητισμός, ως σύνολο θεωριών και πρακτικών, που εκπορεύονται από την απόκρυφη επιστήμη, είναι κατά τον Papus η ψυχή του κόσμου (animus mundi) κάτω από τον έλεγχο της Θείας Σοφίας. Είναι η απόκρυφη επιστήμη (scientia occulta), η οποία αφυπνίζει τους μυημένους και φωτίζει τους μύστες. Είναι η οδός, που περνά από τις διδασκαλίες των ιεροφαντών της Αιγύπτου, συνεχίζει με τους Γνωστικούς και τους Νεοπλατωνικούς της Αναγέννησης, με τους καββαλιστές φιλοσόφους και φθάνει στους Αλχημιστές, τους Ροδόσταυρους, τους Πεφωτισμένους και τους Τέκτονες.

Η ερμητική φιλοσοφία είναι η φιλοσοφία, που συνδυάζει το ουσιώδες της γνώσεως, τη Θεία Πρόνοια, το Πεπρωμένο και την ανθρώπινη Βούληση. Δεν πρόκειται σε καμμία περίπτωση για θρησκευτική φιλοσοφία, για θεολογία ή απλώς μελέτη του Θεού και της Φύσεως. Συμβαδίζει αρμονικά με την Τεκτονική γνώση και εμπλουτίζεται απ’ αυτήν. Είναι η αρχή κάθε μυστηρίου και κάθε μυητικού φωτός. Είναι ο στόχος, που κάθε τέκτονας οφείλει να αναζητά με θερμό ενθουσιασμό. Είναι η ψυχή του Κόσμου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αλλοδαπή
Bonardel F. L’ Hermetisme, Paris 1985.
Fastugiere P. La Revelation d’ Hermes Trismegiste, Paris 1944-1954.
Jung C.-G. Psychologie et alchimie, Paris, Buchet - Chastel, 1960.
Haywood H. The Great Teachings of Masonry, Kingsport 1932.
von Lippmann E. Some remarks upon Hermes and Hermetica, Ambix, 1938.
Mackey G. A. An Encyclopedia of Freemasonry, Vol. A,B, C, Chicago 1947.
Papus Traite Elementaire de Science Occulte, Paris 1994.
Scott W. Hermetica, Oxford, Clarendon Press, Vol 1-4,1924-1936.
Waite A. E. A New Encyclopedia of Freemasonry, 1985.
Wirth O. L’ apprenti, Editions Dervy, Paris 1995.
Wirth O. Le Symbolisme Hermetique, Acacia Mai - Juin 1908.

Ελληνική
Λάσκαρης Ν. Εγκυκλοπαίδεια της Ελευθέρας Τεκτονικής, Αθήνα 1951.
Menard L. Μελέτη επί της καταγωγής των Ερμητικών Κειμένων, Πυθαγόρας-Γνώμων, τ.3-12, 1939.
Schure E. Οι Μεγάλοι Μύσται, Αθήναι 1926.
Ρισπέν Ι. Ελληνική Μυθολογία, Αθήναι 1960.
Κείμενα - Τυπικά
Τυπικόν του Βαθμού του Μαθητού, Μ.. Στ.. της Ελλάδος, 1988.
Corpus Hermeticum, Τόμοι 1-4.

8 years 7 months ago

«Εγώ ειμί πάν το γεγονός και όν και το εσσόμενον και ουδείς θνητός ανέσυρεν το πέπλον μου».

Παρθένα Ίσιδα. Η Αιγυπτιακή θεότητα, η οποία εμφανίζεται με διάφορα ονόματα σε όλες σχεδόν τις θρησκείες του αρχαίου κόσμου, αποτελεί την αρχή της γονιμότητας της φύσης. Στο ναό της θεάς στην Σάϊδα της Αιγύπτου, υπήρχε ένα πολύ όμορφο άγαλμά της, το οποίο βρίθει συμβολισμούς. Ας δούμε κάποιους από αυτούς:

Το κεφάλι της είναι στολισμένο με ένα στεφάνι από φύλλα ελιάς, σύμβολο της ύπατης εξουσίας της ως βασίλισσα του κόσμου και κυρίας ολόκληρου του σύμπαντος. Τα φύλλα της ελιάς χρησιμοποιούνταν για φαρμακευτικούς σκοπούς από τους αρχαίους Αιγύπτιους, οι οποίοι είχαν γνώση των ωφέλιμων συστατικών του εκχυλίσματος των φύλλων της.

Από το στεφάνι προβάλουν 3 κέρατα της αφθονίας, υποδηλώνοντας την αφθονία των δώρων της Φύσης που εκπορεύονται από μια ρίζα, που έχει την αφετηρία της στους ουρανούς, το κεφάλι της Ίσιδας.

Το φίδι που καταβροχθίζει την ουρά του – γύρω από το κεφάλι της σαν φωτοστέφανο - συμβολίζει την αθανασία, καθώς υποδηλώνει την κυκλική φύση του σύμπαντος: η δημιουργία μέσα από την καταστροφή, η ζωή μέσα από το θάνατο.

Στο ένα της αυτί υπάρχει το φεγγάρι και στο άλλο ο ήλιος. Η Ίσιδα-Φύση κάνει χρήση και των δυο αυτών φωτοβόλων σωμάτων, επικοινωνώντας τις δυνάμεις της σε ολόκληρο το βασίλειο των ζώων, των φυτών και των ορυκτών.

Από το δεξί της στήθος εξέχει ένα τσαμπί σταφύλι και από το αριστερό ένα δεμάτι στάχυα σε χρυσό χρώμα, υποδηλώνοντας ότι η Φύση είναι η πηγή θρέψης για τα φυτά, τα ζώα και τον άνθρωπο, τρέφοντας τα πάντα από τον εαυτό της. Το χρυσό χρώμα στα στάχυα φανερώνει ότι το πρώτο σπέρμα της ζωής υπάρχει στο ηλιακό φως ή πνευματικό χρυσό.

Η ζώνη στο επάνω μέρος του σώματός της, είναι ενωμένη μπροστά με 4 χρυσές πλάκες (τα 4 στοιχεία) που σχηματίζουν το σχήμα του τετραγώνου. Τα τέσσερα στοιχεία (γη, νερό, αέρας, φωτιά) είναι τα ενδύματα με τα οποία ντύνεται η Φύση. Κάθε τι το εκδηλωμένο περιέχει σε αναλογίες διαφορετικές και τα τέσσερα αυτά στοιχεία. Πίσω από αυτά υπάρχει μία βασική πρώτη «Ύλη». Η Ίσιδα είναι η Πρώτη Ύλη (η πεμπτουσία, ο αιθέρας), η μήτρα από την οποία προέρχονται τα πάντα.

Στο δεξί της χέρι κρατάει ένα μικρό ιστιοφόρο και από το βραχιόλι της κρέμεται ένα νήμα που καταλήγει σε μια ζυγαριά, σύμβολο της δικαιοσύνης, καθώς η Φύση έχει αιώνια σταθερότητα.

Στο αριστερό της χέρι κρατάει ένα σείστρο (ένα από τα πιο ιερά μουσικά όργανα των αρχαίων Αιγυπτίων). Το σχήμα του μοιάζει με το Ankh, σύμβολο της ζωής. Θεωρείται επίσης σύμβολο του γυναικείου αναπαραγωγικού οργάνου. Το τετράγωνο μεταλλικό πλαίσιο υποδηλώνει την μετατροπή και την αναγέννηση των πάντων σύμφωνα με την αρμονία των 4 στοιχείων. Από το βραχιόλι της κρέμεται ένα νήμα που καταλήγει σε ένα κουτί γεμάτο με φλεγόμενα κάρβουνα και θυμίαμα. Η Ίσιδα, η Φύση προσωποποιημένη, μεταφέρει την ιερή φωτιά. Αυτή η φωτιά είναι η γνήσια, η αθάνατη φλόγα της Φύσης και η Ίσιδα κρατά στα χέρια της την καύσιμη ύλη της.

Το άγαλμα της Ίσιδας είναι τοποθετημένο πάνω σε ένα βάθρο από μαύρη πέτρα, στολισμένο με κεφάλια κριαριών, ενώ δηλητηριώδη φίδια ελίσσονται στα πόδια της. Η περίοδος κατά την οποία ο ήλιος περνά στο ζώδιο του Κριού θεωρείται μια ευοίωνη περίοδος για την γέννηση της ζωής. Τα φίδια υποδηλώνουν ότι η Φύση διατηρεί τη ζωή και θεραπεύει τις αρρώστιες, αποβάλλοντας τις ακαθαρσίες και την γήινη φθορά.

Η θεά στέκεται ανάμεσα σε δυο μεγάλες στήλες, οι οποίες συμβολίζουν τα ζεύγη των αντιθέτων που λειτουργούν στις διάφορες εκδηλώσεις της φύσης.
Έτσι λοιπόν, η Φύση επιτυγχάνει την παραγωγικότητα μέσω της πολικότητας και η κατανόηση βρίσκεται στην ισορροπία.

Η επιγραφή στην είσοδο του ναού της Θεάς στην Σάϊδα της Αιγύπτου έγραφε: «Εγώ, η Ίσιδα, είμαι όλα όσα έχουν υπάρξει, όσα υπάρχουν και όσα θα υπάρξουν. Κανείς θνητός άνθρωπος δεν αφαίρεσε ποτέ το πέπλο μου».
Είναι η Ίσιδα καλυμμένη με πέπλο από το κεφάλι μέχρι τα πόδια της, είναι εκείνη που αποκαλύπτει τη σοφία της μόνο στους μυημένους. Εκείνοι έχουν ανταμειφθεί με το δικαίωμα της εισόδου στην ιερότητα της παρουσίας της. Εκείνοι έσκισαν το πέπλο της ασάφειας. Εκείνοι στέκονται πρόσωπο με πρόσωπο με την θεϊκή πραγματικότητα. «Το φρούτο το οποίο έχω γεννήσει είναι ο Ήλιος».

Η Ίσιδα, ως Κοσμική Μητέρα είναι το δεύτερο πρόσωπο της τριάδας Όσιρις- Ίσιδα- Ώρος. Το φρούτο που γεννά η Ίσιδα είναι ο Ώρος, το παιδί που ενώ συμμετέχει στην ουσία του Πατέρα και της Μητέρας, αποτελεί ταυτόχρονα μια εντελώς διαφορετική και μοναδική οντότητα.

8 years 7 months ago

Οι αρχαίοι έλεγαν «αρχὴ παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις». Με αυτήν την ρήση κατά νου, και βασιζόμενοι στην περί ορθότητας ονομάτων θεωρία του πλατωνικού Κρατύλου, θα θέσουμε με αυτόν τον τρόπο την αφετηρία του στοχασμού μας περί μυστηρίων, ιχνηλατώντας τον Λόγο (δηλαδή το νόημα) που βρίσκεται μέσα στις λέξεις που θα μας απασχολήσουν στην συνεχεία του παρόντος. Οι λέξεις που θα αναλύσουμε είναι οι εξής:
ΜΥΩ – ΜΥΘΟΣ – ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Ο «πυρήνας» της λεξικής μας αλληλουχίας είναι η λέξη μύω, που σημαίνει κλείνω τα μάτια, το στόμα ή οποιοδήποτε άνοιγμα, και χρησιμοποιείται για να δηλώσει το α-όρατο, το ά-ρητο και γενικότερα το απόκρυφο και μυστικό. Με κλειστό το στόμα (χείλη) και παλμό των φωνητικών χορδών, παράγεται ο ήχος μου, όπως το μοσχάρι βοά (μουεί). Αυτή λέξη σχετίζετε με τις ιδέες της σιγής, του σκότους, της μόνωσης και του αλχημικού κορεσμού. Από το μύω παράγονται αρκετές λέξεις που περιέχουν τις παραπάνω έννοιες, ενδεικτικά αναφέρονται :
α) Ο μυελός και το μυαλό όπου σημαίνουν το κλεισμένο εντός του κρανίου ή του οστού γενικότερα.
β) Το Άγιο Μύρο προέρχεται από το ρήμα μύρω (μύω + ρέω > ρω, ρέω εκ των έσω).
γ) Οι μύχιες εσωτερικές – μυστικές σκέψεις ετυμολογικά προέρχονται από το μύω (μυχός μέ-μυκ-α (κ>χ), πρκμ. του μύω- το ενδότατο μέρος, το βάθος).
δ) το μύδι σημαίνει το ερμητικά κλεισμένο και παράγεται απευθείας από το μύω.
ε) Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη λέξη που παράγετε από το μύω, το κρόμμυον (το γνωστό μας κρεμμύδι) που σημαίνει το κλεισμένο μέσα στη γη και μας φέρνει κατά νου την αλχημιστική φόρμουλα vitriol ή vitriolum.

Από το μύω περνάμε στον δεύτερο όρο μας, που είναι η λέξη μύθος, που σημαίνει «τον σκοτεινόν λόγον» και τη διδασκαλία. Στην αρχαία εποχή ο μύθος ήταν αρχικά ταυτόσημος με το λόγο και σήμαινε την προφορική διήγηση – παράδοση και αργότερα έλαβε και την έννοια της διδασκαλίας που σχετίζονταν με κάτι το ιερό. Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι μύθοι δεν πρέπει να ταυτίζονται με «τοις παιδίοις μύθους» (δηλαδή τα παραμύθια) που όπως αναφέρει ο Πλάτων στην Πολιτεία (377a) μπορεί να είναι εν τω συνόλω ψευδείς διηγήσεις αλλά όμως υπάρχει μέσα τους και ένας πυρήνας αλήθειας. Την ταύτιση του μύθου με το ιερό αναφέρει και ο αείμνηστος Αντώνιος Χαλάς στο παρακάτω απόσπασμα:

«Αλληγορία, ιερογλυφία, μύθος, παραβολή, σύμβολον είναι η δια τεχνηέσσης και επιστημονικής πλοκής και συνθέσεως, ως εκ της διαλεκτικής δεινότητος του Ποιητού της, υπόκρυψις αιωνίας, απαστραπτούσης από κάλλος και δυναμικότητα αληθείας».

Και αλλού:
«Οι άνθρωποι της Ομηρικής εποχής, ως μέσα επομένως της ανυψώσεώς των, της βελτιώσεως της ψυχής των και μορφώσεώς των εχρησιμοποίουν τον μύθον, απείρως αποτελεσματικότερον και διδακτικώτερον και εξυψωτικώτερον του βιβλίου. Τα μαθηματικά και τα σύμβολα, οι μύθοι ή ιερογλυφίαι είναι εκείνα, τα οποία ενέχουν μέσα των τα μαγικά και αποτελεσματικά μέσα της καθάρσεως του όμματος της ψυχής από την λύμην, την άγνοιαν, την παράκρουσιν και ακαθαρσίαν, μέχρις ότου τέλος επιτευχθή η ανάβλεψις αυτού και αρχίσει η θεωρία των όντων ως αληθώς μυστηρίων».

Αυτή η μορφή διδασκαλίας που περιγραφεί ο Χαλάς, αποτελούμενη από το μύθο, που περιείχε τους Ιερούς Λόγους δηλαδή το δόγμα (γράμμα του νόμου), και τη διαλεκτική, που αποτελούσε την πρακτική τέχνη φανέρωσης της αληθείας του μύθου (πνεύμα των γραφών), φαίνεται πως αποτέλεσε κοινό τόπο σε όλες τις εσωτερικές σχολές της αρχαιότητας. Έτσι την εντοπίζουμε στους κόλπους όλων των αρχαίων μυστηρίων αλλά και στη χριστιανική διδασκαλία όπως μας την παραδίδει ο Μ. Βασίλειος:

«Των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων, τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παρεδεξάμεθα», δηλαδή «Αγία Γραφή και Λατρεία, αποστολική παράδοση και λειτουργική κατανόηση της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας, ευαγγέλιο και λειτουργία, λόγος και μυστήριο» απαρτίζουν το σύνολο της χριστιανικής διδασκαλίας.

Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συγκροτούσε και η εβραϊκή Καμπάλλα, ένα σύστημα που αποσκοπούσε στη μεταβίβαση μιας ιερής μυστικής διδασκαλίας, δια μέσου του Ραβίνου (Δασκάλου) στο μαθητή (ή κατά τα σωκρατικά πρότυπα εραστή και ερωμένου), με κύριο συστατικό τον προφορικό λόγο – μύθο και το διαλογισμό σε σύμβολα και στις απόκρυφες έννοιες των γραφών. Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι παράξενη η προτίμηση της προφορικής διδασκαλίας τόσο από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα όσο και από πλήθος άλλων μυστών ανά τους αιώνες, ούτε πρέπει να μας φαίνετε παράξενη η υιοθέτηση του διαλόγου ως είδους γραφής τόσο από τον Πλάτωνα και τους συντάκτες των ερμητικών έργων, που αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, όσο και των ραβίνων που συνέταξαν το Ζοχάρ.

Ο τρίτος και τελευταίος όρος της αλληλουχίας μας είναι η λέξη μυστήρια, που εννοεί το σύνολο των παραπάνω εννοιών ως μια μυστική ή απόκρυφη διδασκαλία – τυπικό με σκοπό την μύηση. Τί είναι όμως μύηση; Ας δούμε έναν σύντομο εγκυκλοπαιδικό ορισμό:

Μύησις είναι η επέκτασις της συνειδήσεως [και η προσέγγιση των θεϊκών όψεων που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος] και επιτυγχάνεται δια μυσταγωγικής τελετής μέσω τυπικού, εν συνέχεια δε δια πρακτικών ασκήσεων αποβλεπουσών εις την εμπράγματον επέκτασιν ταύτης».

Η μύηση σε συνδυασμό με την προσωπική αποκρυφιστική εργασία του μύστη, συγκροτούσαν ένα ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο διδασκαλίας, που μπορεί να χωριστεί σε τρία κύρια τμήματα:
α) Εναρμόνιση με τον Κοσμικό Νόμο, μέσα από την ορθή κατανόηση.
β) Διευθέτηση κάθε δυσαρμονίας, μέσα από την ορθή χρήση τα δύναμης που δίνει η γνώση.
γ) Εξάγνιση της ψυχής, με καλές πράξεις σ’ όλα τα πεδία.

Από τη λέξη μυέω (που σημαίνει εισάγω στα μυστήρια) είναι η λέξη μύστης, όπου κατά την αρχαιότητα σήμαινε αυτόν που έχει εισαχθεί (μυηθεί) στα μυστήρια. «Είς μύστης είναι ο ενσαρκώνων την μύησιν… Εις την αρχαιότητα ήτο ο τίτλος των νεομυηθέντων, διότι ώφειλον να τηρούν κατά την πρώτην μύησιν οφθαλμούς και ώτα κλειστά».

Τέλος, ας δούμε πιο αναλυτικά τι ήταν τα Μυστήρια: Τα μυστήρια κατά την αρχαιότητα περιείχαν κατά κύριο λόγο το απόρρητο μέρος της λατρείας, το οποίο μεταβιβαζόταν διάμεσου διαφόρων τελετών που είχαν ως σκοπό την μύηση των αμυήτων. Με τα μυστήρια οι μυημένοι αποκτούσαν ένα μέσο για να μεταβούν σε ένα πλατύτερο πεδίο αντίληψης- συνειδητότητας.

Ανυψώνονταν από επίπεδο σε επίπεδο και επικοινωνούσαν με τον θειο σπινθήρα που κρύβετε σε κάθε ανθρώπινο ον, ή αλλιώς με αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν δαιμόνιο. Σχετικά με τα δρώμενα δηλαδή τις μυσταγωγικές τελετές που λάμβαναν χώρα κατά την διάρκεια των μυστηρίων, από τα ολίγα τα οποία γνωρίζομεν περί αυτών, επρόκειτο περί αλληγορικών αναπαραστάσεων, συμβολιζουσών τα πεπρωμένα των ψυχών μετά θάνατον τον νόμον του αντιπεπονθόντος, την ενότητα που συνδέει προς άλληλα όλα τα όντα.

Προς τούτοις εδιδάσκοντο οι τρόποι δια να καταστή η ψυχή αθάνατος εις την παρούσαν ζωήν (άσκησις και αποκάλυψις λανθανουσών δυνάμεων του ανθρώπου).
http://mythagogia.blogspot.gr/2014/11/blog-post_15.html

8 years 8 months ago

Από το βιβλίο του Νίκου Καμπάνη, Πορτραίτα Φιλοσόφων και Μεταφυσικές Υποτυπώσεις, τόμ. II.

Ο πρώτος που επιδόθηκε με ζήλο στη σπουδή των αριθμών και δημιούργησε τη μαθηματική επιστήμη και τη μεταφυσική αριθμολογία, ήταν ο Πυθαγόρας. Αλλά πως οδηγήθηκε στην αποκάλυψη της αλήθειας, ότι ο αριθμός είναι η τελική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα του φυσικού στερεώματος και ότι παντού υπάρχει αρμονία εκφραζόμενη με αριθμητικές σχέσεις, και πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός είναι η ουσία των πραγμάτων; Ποιά εν τέλει είναι η φιλοσοφία του αριθμού, η περιλάλητη αριθμολογία των πυθαγορείων και τι είναι αριθμός; Η λέξις αριθμός παράγεται από το ρήμα αραρίσκω, που σημαίνει προσαρμόζω, ταιριάζω, ενώ από την ίδια ρίζα παράγονται οι λέξεις άρθρο, αρμός, αρμονία, άρτιος, άριστος και πιθανώς και η λέξη αρετή, υπό την έννοια της τελειότητας. Αντιθέτως προς τους προ του Πυθαγόρα ακμάσαντες Ίωνες φιλοσόφους, Θαλή, Αναξιμάνδρου και Αναξιμένη, οι οποίοι ήσαν αδιάφοροι ως προς την ύπαρξη είτε θεών, είτε προς την πίστη στη δυνατότητα υπάρξεως μεταθανατίου ζωής, ο Πυθαγόρας ήταν μύστης, ο οποίος διείδε δια της διαισθήσεως ότι υπάρχει ενεργός πραγματικότητα πέραν των φαινομένων της φύσεως και ότι το σύμπαν και κάθε τι εν αυτώ προήλθε από τη βούληση του Δημιουργού.
Αλλά γιατί οι πυθαγόρειοι μεταχειρίζονταν τους αριθμούς προς ερμηνεία του Κόσμου; Κατ’ αρχάς διότι οι σχέσεις των ουρανίων σωμάτων είναι πάντοτε σταθερές, οπότε εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι εκείνο το οποίο μένει αναλλοίωτο στον κόσμο είναι ο αριθμός. Άλλωστε και η αδυναμία να ερμηνεύσουν κατανοητά, με επιχειρήματα και κρίσεις, ποιές είναι οι πρώτες αρχές, τους έδωσε τη δυνατότητα της πλήρους αποδείξεως αυτών δια των αριθμών, από τη μελέτη των οποίων είναι δυνατή η ανακάλυψη της συστάσεως του Κόσμου. Εξ αυτού, λοιπόν, εξικνούμενοι οι πυθαγόρειοι, επιδόθηκαν με εμβρίθεια στη σπουδή των αριθμών και δημιούργησαν τη μαθηματική επιστήμη.
Ο Πορφύριος, αποπειρώμενος να ερμηνεύσει τη θέση αυτή, λέγει ότι όπως οι γεωμέτρες δεν μπορούν να εκφράσουν ασώματες μορφές με λόγους και καταφεύγουν στην περιγραφή, όπως «αυτό είναι τρίγωνο» και όμως δεν εννοούν ότι οι γραμμές που βλέπουμε είναι το τρίγωνο, αλλά μόνον ό,τι παριστούν, δηλαδή τη γνώση στο νου, έτσι και οι πυθαγόρειοι χρησιμοποιούσαν την ίδια αντικειμενική μέθοδο σε σχέση με τις πρώτες αρχές και μορφές. Επειδή δε οι ασώματες αυτές μορφές και πρώτες αρχές δεν μπορούσαν να εκφρασθούν με λόγους, κατέφευγαν στις αποδείξεις δι' αριθμών. Οι αριθμοί άλλωστε θεωρούνταν ως οι καλύτεροι εκπρόσωποι του νόμου της αρμονίας η οποία διέπει το σύμπαν. Παράλληλα, οι πυθαγόρειοι χρησιμοποιούσαν τους αριθμούς ως σύμβολα προς ερμηνεία της φύσεως και ανέλυαν τις μορφές της υλικής ουσίας κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο και η νεότερη χημεία σημειώνει χημικούς τύπους με γράμματα και μαθηματικά σύμβολα, η έννοια των οποίων είναι απολύτως κατανοητή από τους χημικούς.
Πως όμως οδηγήθηκαν οι πυθαγόρειοι στην πίστη ότι οι αριθμοί είναι η ουσία του κόσμου; Η υπό αυτών εκδοχή των αριθμών ως της ουσίας των όντων, εξηγείται κατά πρώτον εκ του ότι μεγάλης τιμής απολάμβαναν οι αριθμοί στην αρχαιότητα ως εκφράσεις και σύμβολα της θείας δυνάμεως της διηκούσης δια πάντων και τα πάντα διακοσμούσης καθ’ ορισμένες έννοιες, και κατά δεύτερον εκ της μεγάλης εφέσεως και σφοδρής κλίσεως αυτών στα μαθηματικά. Παρ’ ότι, δηλαδή, οι αριθμοί δεν εκφράζουν τίποτα άλλο εκτός των ποσοτικών σχέσεων των αισθητών πραγμάτων μεταξύ τους, φαίνεται ότι μετέχουν αμφοτέρων, και του νοητού και του υλικού κόσμου. Έπειτα δε κάθε αρμονία, τάξη και ευκοσμία η οποία παρατηρείται και θαυμάζεται στον κόσμο, φαίνεται ότι προϋποθέτει αριθμητικές αναλογίες, και ως εκ τούτου είναι κατά κάποιον τρόπο απομίμηση των αριθμών. Επί πλέον, οι αριθμοί φαίνονται απαραίτητοι όροι, όχι μόνον στην τάξη και την αρμονία των ανθρωπίνων έργων στον κόσμο, αλλά και κάθε γνώσεως και αληθείας, διότι μόνον οι αριθμοί ορίζουν ακριβώς τις μεταξύ των όντων και γεγονότων σχέσεις και καθιστούν σαφή, ορισμένα και ευδιάγνωστα τα άλλως αόριστα, ασαφή και αδιάγνωστα.
Αλλά πως είναι δυνατόν να υπάρξει επαρκής εξήγηση των κοσμικών φαινομένων κατά λογικό τρόπο προσπίπτοντα στην ανθρώπινη αντίληψη; Ο Πυθαγόρας δέχονταν το ενιαίο της ύλης και δια του αριθμού παρήγε τα πάντα, και όπως λέγει ο Αριστοτέλης «αριθµόν είναι την ουσίαν πάντων». Αλλά και την ατομική υπόσταση της ύλης ομοίως παραδέχονταν ο Πυθαγόρας, αν κρίνουμε εκ του ότι ο Δημόκριτος, ο μεγαλύτερος των θαυμαστών του, ήταν μαθητής του. Παράλληλα, ο Αριστοτέλης αναπτύσσων τη θεωρία του Λεύκιππου και Δημόκριτου λέγει: «Τρόπον γαρ τινα και ούτοι πάντα τα όντα ποιούσιν αριθμούς και εξ αριθμών• και γαρ ει μη σαφώς δηλούσιν, όμως τούτο βούλονται λέγειν». Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι ο Δημόκριτος την αρχική θεωρία του εμπνεύσθηκε από τον Πυθαγόρα• «πάντα δε δοκείν παρά τούτου λαβείν» . Η θεωρία, δηλαδή, του Πυθαγόρα συνοψίζεται στο ότι η σύσταση της ύλης είναι ενιαία και ότι τα έσχατα αυτής στοιχεία, όμοια πάντα, δύνανται να εικονισθούν δι’ αριθμών• ο αριθμός δε τούτων και η αρμονία των αντιθέσεων αυτών μας δίδουν όλα τα είδη στον κόσμο των μορφών της ύλης, και επομένως και τις ιδιότητες αυτών. Οι αντιθέσεις οι οποίες παρατηρούνται στη φύση, όπως για παράδειγμα μεταξύ του φωτός και του σκότους, του αγαθού και του κακού, συνίστανται σε αριθμητικές σχέσεις, τις οποίες οι πυθαγόρειοι καλούσαν αρμονία. Το δόγμα, επομένως, του Δημοκρίτου, ότι το σύμπαν συνίσταται από άτομα αγέννητα και ανώλεθρα, κατέπεσε, και αναβιώνει πάλι η διδασκαλία του Πυθαγόρα, ο οποίος φρονούσε ότι ο αριθμός είναι η ουσία των πραγμάτων και το παν είναι κεκαλυμμένο στον αριθμό, κατ’ ουσίαν το παν είναι αριθμός.
Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα την πυθαγόρειο αυτή αντίληψη, πρέπει να θεωρήσουμε την αρμονία υπό την ευρύτατη αυτής έννοια. Η αρμονία δεν είναι μόνον αυτή που παράγεται από τα μουσικά όργανα, αλλά είναι η μελωδική αρμονία του σύμπαντος το οποίο πληρούται με τις συμφωνίες της. Η μουσική καθ’ εαυτήν σχηματίζεται εξ ολοκλήρου από αριθμούς, κάθε δε ήχος είναι σειρά δονήσεων σε ορισμένη ποσότητα, και οι αρμονικές σχέσεις του ήχου δεν είναι παρά οι αριθμητικές σχέσεις. Η μουσική κλίμακα λοιπόν είναι κλίμακα αριθμών και οι συμφωνίες δεν είναι παρά αλγεβρικοί συνδυασμοί. Άρα, η μουσική χρησίμευσε ως βάση της πνευματικής σκέψεως και διδασκαλίας του Πυθαγόρα, η δε μουσική αρμονία εξαρτώμενη από αριθμητικές σχέσεις μεταξύ των μουσικών ήχων, ενέτεινε βαθύτερα το προηγούμενο ενδιαφέρον του στους αριθμούς.
Οι παρατηρήσεις αυτές, προερχόμενες από τη μελέτη του ήχου, παρατηρούνται επίσης και στη μελέτη του φωτός. Διότι, όπως ο μουσικός τόνος προέρχεται από τον αριθμό ακουστικών δονήσεων, έτσι και τα χρώματα προέρχονται από τον αριθμό των φωτιστικών κυμάτων τους. Παντού λοιπόν η αρμονία υπάρχει σε αριθμητικές σχέσεις. Υπό τις θεωρήσεις αυτές οι πυθαγόρειοι ήχθησαν στο συμπέρασμα ότι εκτός του κόσμου των φαινομένων, υπάρχει και ένας κόσμος αΐδιος, ήτοι ο μεταφυσικός κόσμος των αριθμών, ο οποίος μόνον δια της νοήσεως και διαισθήσεως είναι δυνατόν να νοηθεί και να γνωσθεί. Οι αριθμοί πλέον θεωρούνται ως σύμβολα εκφράζοντα την ουσία των όντων και των φαινομένων.
Κατόπιν μακρών παρατηρήσεων συνήγαγαν το συμπέρασμα ότι παρά τις αισθητές μεταβολές της ύλης, τα πάντα υπόκεινται σε μία μαθηματική ακρίβεια και μουσική αρμονία, αγόμενοι έτσι στην κοσμοθεωρία ότι τα όντα δεν είναι μόνον τα φαινόμενα, με άλλους λόγους τα υλικά σώματα τις μεταβολές των οποίων αντιλαμβανόμεθα, αλλά ότι στα σώματα υπάρχει και κάτι άλλο, άϋλο και αΐδιο, μη υποκείμενο στις αισθήσεις μας, και το οποίο συντελεί στην τάξη και αρμονία αυτών στον κόσμο. Το κάτι δε αυτό ο Πυθαγόρας ονόμασε αριθμό, άνευ του οποίου είναι αδύνατον να νοηθούν τα όντα. Όπως οι αριθμοί ανάγονται όλοι στη μονάδα από την οποία προέρχονται, έτσι και τα δια των αριθμών δηλούμενα στοιχεία ανάγονται σε μία αρχή πρωταρχική, την οποία συμβολικώς παριστά δια της μονάδας «ης ουκ έστι γένεσις», και όπως η μονάδα είναι η αιτία της τάξεως στο σύμπαν, έτσι και οι αριθμοί είναι η αιτία (το κινούν αίτιο) της τάξεως στα καθ’ έκαστον. Έτσι, η μονάδα είναι αυτός ο Θεός του Πυθαγόρα, ο οποίος αποτελεί τον πρώτο σταθμό της μεταφυσικής κοσμοθεωρίας. Δεν εύρισκε δε αριθμό μόνο στα πράγματα, αλλά και στις ιδιότητες και πανταχού, διδάσκων ότι τα πάντα έχουν σχηματισθεί κατ’ απομίμηση των αριθμών.
Ως προς τη σχέση αυτή των μαθηματικών ερευνών και των φιλοσοφικών δοξασιών του Πυθαγόρα, ο Αριστοτέλης, στα Μετά τα Φυσικά, γράφει ότι οι πυθαγόρειοι ήταν οι πρώτοι, που ασχολήθηκαν σοβαρά με τα μαθηματικά, και συνέβαλαν στην ανάπτυξη αυτών, ώστε από την εμβριθή έρευνα που διεξήγαγαν δημιούργησαν τη θεωρία ότι οι αρχές των μαθηματικών είναι παράλληλα και αρχές του Όντος. Επειδή δε στα μαθηματικά οι αριθμοί είναι εκ φύσεως το πρώτο πράγμα το οποίο συναντά κανείς, οι πυθαγόρειοι πίστευαν ότι έβλεπαν μεγαλύτερη ομοιότητα αυτών προς το είναι και το γίγνεσθαι, από την ομοιότητα προς το πυρ, τη γη και το ύδωρ, και ονόμαζαν μία μεταβολή των αριθμών δικαιοσύνη, άλλη ψυχή και νου, η άλλη χρόνο κ.λπ. Έτσι, έβλεπαν στους αριθμούς τις ιδιότητες και τις σχέσεις της αρμονίας και επειδή, κατ’ αυτούς, όλα εκ φύσεως είναι ομοιώματα των αριθμών, οι αριθμοί δε είναι ομοίως το πρώτο πράγμα το απαντώμενο στη φύση, πρέσβευαν ότι τα στοιχεία των αριθμών είναι στοιχεία των όντων και ότι ολόκληρος ο ουρανός είναι αρμονία και αριθμός.
Άξια λόγου είναι επίσης η γνώμη του Αριστοτέλους, προς τις θέσεις αυτές, την οποία διετύπωσε ως εξής: «Εις τους αριθμούς ενόμιζον οι πυθαγόρειοι ότι διέκρινον πολλά απεικονίσματα αντιστοιχούντα περισσότερον με τα όντα και τα γινόμενα, παρ’ όσον το πυρ, η γη και το νερό… επειδή επί πλέον έβλεπαν ότι τα πάθη και οι αναλογίες των αρμονιών ευρίσκονται εις αριθμητικές σχέσεις, μια λοιπόν και τους εφαίνοντο ότι εξ ολοκλήρου η φυσική κατασκευή όλων των πραγμάτων είναι φτιαγμένη καθ’ ομοίωσιν με τους αριθμούς, και μια από το άλλο μέρος εφαίνοντο οι αριθμοί πρώτοι απ’ όλην την φύσιν, ότι δηλαδή είναι οι πρωταρχικές πραγματικότητες του σύμπαντος, έφθασαν εις την αντίληψιν ότι οι αρχές των αριθμών είναι τα στοιχεία όλων των όντων και ότι ολόκληρος ο Ουρανός είναι αρμονία και αριθμός».
Στη μελέτη των αριθμών, οι πυθαγόρειοι, διαίρεσαν αυτούς σε περιττούς και άρτιους, και επειδή οι άρτιοι αριθμοί επιτρέπουν την επ’ άπειρον διαίρεσή τους, θεωρήθηκαν, εν συγκρίσει προς τους περιττούς, ως ατελέστεροι, διότι οι περιττοί εμφανίζουν πλήρη ολότητα έχοντες αρχή, μέσον και τέλος, λ.χ. ο 3=1,2,3. Ο 5 επίσης παρουσιάζει ολότητα, διότι οι δύο πρώτες μονάδες εμφανίζουν την αρχή, οι δύο τελευταίες το τέλος και η μέση μονάδα το μέσον (2+1+2).
Εμπνεόμενοι, λοιπόν, οι πυθαγόρειοι από την πεποίθηση ότι τα όντα συνίστανται κατ’ ουσίαν από αριθμούς η αποδίδονται με αριθμούς, παρατήρησαν ότι υφίστανται αριθμητικές σχέσεις στα ακουστικά και οπτικά φαινόμενα και ανακάλυψαν ότι οι σχέσεις των μουσικών τόνων και των αρμονιών εκφράζονται μετά μεγίστης ακρίβειας με αριθμητικές σχέσεις. Έτσι, οι τρεις μουσικές αρμονίες, η τετάρτη, η πέμπτη και η διαπασών, εκφράζονται δια των αριθμητικών σχέσεων 2/1, 3/2 και 4/3. Τα διαστήματα επίσης των τόνων τέταρτο, πέμπτο, όγδοο κ.λπ. τα οποία έως τότε μπορούσε να διακρίνει ακριβώς μόνο το λεπτό και εξασκημένο μουσικό αυτί ανθρώπου, ο οποίος όμως ούτε να τα εξηγήσει στους άλλους μπορούσε, ούτε στα αίτια αυτών, απτά η νοητά, να τα αναγάγει, συνδέθηκαν με αριθμητικές, σαφείς και ακριβείς σχέσεις. Επεξέτειναν δε τις μελέτες αυτές και στα αστρονομικά φαινόμενα, και διαπίστωσαν ομοίως αριθμητικές σχέσεις στις αποστάσεις των πλανητών. Με τις παρατηρήσεις αυτές οι πυθαγόρειοι θεμελίωσαν τη μαθηματική μουσική και τη θεωρία περί αριθμητικών αναλογιών, και έτσι δικαίως αναγνωρίσθηκαν ως εισηγητές της πειραματικής μεθόδου.
Η πρόοδος ομοίως της φιλοσοφικής διανοήσεως στην αρχαία Ελλάδα του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους και η πρόσφατη άνθηση του γερμανικού ιδεαλισμού κατά τον 19ο αιώνα και της νεοκαντιακής φιλοσοφίας κατά τον 20ο αιώνα, οφείλεται στην προς την αλήθεια συστοιχία του αριθμού και της αρμονίας και την εξομοίωση του απείρου προς την ύλη. Το άπειρο δε, ως ανεπίδεκτο μετρήσεως και υπολογισμού, και η ύλη, ταυτίζονται κατά τους πυθαγορείους και αντιτίθενται προς το πεπερασμένο και το πέρας. Και όπως υπάρχει αντίθεση μεταξύ απείρου (ύλης) και πεπερασμένου, έτσι υπάρχουν και άλλες αντιθέσεις, κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται η όλη πραγματικότητα.
Οι συστοιχίες των αντιθέσεων αυτών, όπως περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο, είναι δέκα, και δηλώνουν την αντίληψη ότι στον Κόσμο υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα στοιχεία (δυισμός). Η δημιουργία εκ του ενός αριθμού των λοιπών, συμπίπτει με τη θεωρία των πυθαγορείων περί έλξεως του απείρου (της ύλης) υπό του ενός και διαστολής αυτού, περιλαμβάνοντος τον όλο Κόσμο εις εαυτόν. Έτσι, η δημιουργία του Κόσμου και των ουρανίων σωμάτων, έγινε δια συστολής και διαστολής συνεχώς του Ενός, της Μονάδας.
Πρέπει να διευκρινισθεί, ότι ο Πυθαγόρας δεν ισχυρίζονταν ότι τα πάντα μπορούν να δημιουργηθούν με αριθμητικά ψηφία προικισμένα με υπερκοσμικές ιδιότητες, αλλά ότι όλα μπορούν να παρασταθούν με αριθμούς, οι οποίοι είναι ομοιώματα, απεικάσματα, εικόνες των πραγματικών στοιχείων τα οποία συμβολίζουν. Ως προς τούτο ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι «οι πυθαγόρειοι εν τοις αριθµοίς εδόκουν θεωρείν οµοιώµατα πολλά τοις ούσι και τοις γιγνοµένοις», ενώ πιο κάτω «τον γαρ όλον ουρανόν κατασκευάζουσιν εξ αριθμών, πλην ου μοναδικών, αλλά τας μονάδας υπολαμβάνουσιν έχειν μέγεθος».
Επομένως, οι αριθμοί δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως δημιουργικές ουσίες ένεκα των οποίων τα πάντα γίνονται, αλλά ότι η γένεση των πάντων συντελείται «κατ’ αριθµόν», δηλαδή βάσει αριθμητικών αναλογιών και αρμονικών κανόνων, πράγμα που υποστήριξε κατηγορηματικά η Θεανώ, σύζυγος και μαθήτρια του Διδασκάλου, με τη σαφή φράση: «Ουκ εξ αριθµού, κατά δε αριθµόν τα πάντα γίγνεσθαι». Ο Ιάμβλιχος, σε ένα απόσπασμα, πιθανώς του Ιερού Λόγου του Πυθαγόρα, αναφέρει ότι «αριθµώ δε τε πάντα επέοικεν», ενώ ο Αριστόξενος επαναλαμβάνει περίπου την αυτή δόξα, όπως αναφέρει ο Στοβαίος: «Πυθαγόρας, πάντα τα πράγµατα απεικάζων τοις αριθµοίς». Ο Αριστοτέλης, ταυτίζει τους αριθμούς του Πυθαγόρα με τις ιδέες του Πλάτωνος λέγων: «Ούτος, (ο Πλάτων) ουν τα μεν τοιαύτα των όντων ιδέας προσηγόρευσε, τα δ’ αισθητά παρά ταύτα και κατά ταύτα λέγεσθαι πάντα: κατά μέθεξιν γαρ είναι τα πολλά ομώνυμα τοις είδεσιν• την δε μέθεξιν τούνομα μόνον μετέβαλεν: οι μεν γαρ πυθαγόρειοι μιμήσει τα όντα φασίν είναι των αριθμών, Πλάτων δε μεθέξει, τούνομα μεταβαλών».
Άλλωστε, είναι γνωστό ότι ο Πλάτων κατά την τελευταία περίοδο της φιλοσοφικής του εξελίξεως, εξέφρασε πυθαγόρειες αντιλήψεις περί της ερμηνείας των όντων δια των αριθμών και παρουσίασε νέα αντίληψη περί ιδεών, στηριζόμενος επί ερευνών τις οποίες είχε κάμει στην περιοχή των μαθηματικών επιστημών. Η ταύτιση της ουσίας των όντων με τους αριθμούς, υπήρξε εξαιρετικά ευφυής σύλληψη, διότι έδωσε τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να διατυπώσει την ιδέα της μελέτης των αριθμών, δια της οποίας γίνεται απόπειρα κατανοήσεως της συστάσεως των όντων και εν γένει του Κόσμου. Οι ιδέες, υπεστήριζε, είναι αριθμοί. Χαρακτηρίζων τις ιδέες ως αριθμούς, λέγει ότι οι αριθμοί αυτοί είναι άλλης φύσεως εν συγκρίσει προς τους μαθηματικούς και δια τούτο καλούνται «ειδητικοί». Την αυτή άποψη εκφράζει και ο Συριανός, ο διδάσκαλος του Πρόκλου και διάδοχος της Πλατωνικής Ακαδημίας, χαρακτηρίζων τους αριθμούς των πυθαγορείων ως «ειδητικούς», ότι δηλαδή οι αριθμοί έχουν σημασία ενδεικτική του είδους, της «ποιότητος» και όχι μόνον της ποσότητος των όντων.
Ώστε κατά την αριθμολογική αντίληψη, παν ον υπάρχει διότι κατά κάποιον τρόπο έχει μετοχή στις ιδέες-αριθμούς. Οι ειδητικοί αριθμοί σύγκεινται από δύο στοιχεία. Αυτά είναι το «ένα» και η «αόριστος δυάς». Αντί του όρου «ένα» ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον όρο «πέρας», και αντί της αορίστου δυάδας το «μέγα και το μικρόν» καθώς και το «άπειρον». Το υλικό στοιχείο από το οποίο συνίστανται οι ιδέες-αριθμοί, (ειδητικοί αριθμοί), είναι η αόριστος δυάς η το μέγα και το μικρό. Επ’ αυτού ενεργεί ως μορφωτικό στοιχείο το ένα και εκ του ακαθορίστου υλικού παράγει ένα ορισμένο σύμπλεγμα, το οποίο εμφανίζεται ως καθορισμένη ιδέα αριθμός. Ώστε στο σύμπαν ολόκληρο, οι ύψιστες αρχές είναι το ένα και η αόριστος δυάς (μέγα και μικρό). Από αυτά λαμβάνουν υπόσταση οι ιδέες-αριθμοί. Κατά μετοχήν δε προς αυτά υπάρχουν τα όντα. Έτσι, κάθε ον είναι απομίμημα ενός ειδητικού αριθμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια επιδίωξη εναρμονίζεται με τις βαθυτερες προθέσεις του Πλάτωνος. Αλλά δεν εξηγεί γιατί έδωσε αυτή τη μορφή στη θεωρία του. Ο Taylor λέγει ότι ο Πλάτων εισηγήθηκε την περί ιδεών-αριθμών θεωρία του, για να δηλώσει ότι το σύμπαν μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον αν μπορέσουμε να συλλάβουμε τα αστάθμητα και ρευστά φαινόμενα του γίγνεσθαι δια μαθηματικών συμβόλων και μορφών.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο Πλάτων παραδέχεται ότι υπάρχουν τα μαθηματικά πράγματα, που είναι ενδιάμεσες πραγματικότητες διαφορετικές από τα αισθητά, αφ’ ενός καθ’ όσον είναι αιώνια (αΐδια) ακίνητα, και αφ’ ετέρου από τις ιδέες, καθ’ όσον πλήθος από όμοια μαθηματικά όντα υπάρχει, ενώ οι ιδέες είναι μία καθ’ εαυτήν ενιαία πραγματικότητα, ξεχωριστή και μοναδική, «το δε είδος αυτό έν έκαστον µόνον». Επειδή ακόμη οι ιδέες είναι αίτια σε άλλα πράγματα, οδηγήθηκε στη δοξασία ότι τα στοιχεία των ιδεών είναι στοιχεία όλων των όντων. Το μέγα και το μικρό, τα θεώρησε αρχές από την άποψη της ύλης. Από την άποψη της ουσίας, αρχή θεώρησε το ένα. Γιατί από εκείνα, ύστερα από μέθεξη προς το ένα, γίνονται οι ιδεώδεις, οι ιδεατοί αριθμοί• «κατά µέθεξιν του ενός, τα είδη είναι τους αριθµούς».
Από τα ανωτέρω, λοιπόν, γίνεται φανερό ότι κατά τον Αριστοτέλη οι αριθμοί των πυθαγορείων και οι ιδέες του Πλάτωνος είναι έννοιες ταυτόσημες, διότι οι φράσεις «κατά µέθεξιν είναι πολλά των συνωνύµων τοις είδεσι» και «µιµήσει τα όντα φασίν είναι των αριθµών», δεν διαφέρουν μεταξύ των, εφ’ όσον κατά τον Αριστοτέλη ο Πλάτων μόνον το όνομα μετέβαλε. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο μεν Πλάτων χωρίζει αυστηρά τις ιδέες από τα πράγματα, ενώ ο Πυθαγόρας διδάσκει, ότι οι αριθμοί υπάρχουν στα πράγματα. Το ίδιο δίδασκε και ο Αριστοτέλης, διότι θεώρησε ότι τα είδη ευρίσκονται στα πράγματα και δεν νοούνται χωριστά από αυτά. Ο Πλάτων, στον Φίληβο, χαρακτηρίζει τις ιδέες του ως αριθμούς, διδάσκων ότι όχι μόνον τα πράγματα, αλλά και οι ενιαίες αΐδιες ουσίες συνίστανται από ένα και πολλά, έχουν δε εντός αυτών πέρας και άπειρο. Έτσι, αποφαίνονταν ότι «οι αριθμοί είναι η ανωτέρα έκφανσις της γνώσεως» και ότι «είναι αυτή αύτη η γνώσις». Έτσι, ο Πυθαγόρας με την πεποίθησή του ότι «πάντα τα πραγµατα απεικάζων τοις αριθµοίς» αποκρυστάλλωσε την πίστη του στο ότι το σύμπαν είναι αρμονία αριθμών.

8 years 8 months ago


Για την ερμηνεία των Μυστηρίων αυτών γράφηκαν πολλά και διάφορα. Αρχαίοι συγγραφείς βρίσκουν στενή σχέση μεταξύ αυτών και του ζωδιακού κύκλου λόγω της μεγάλης επίδρασης της αστρολογίας επί του Μιθραϊσμού.

Κατά τον Νικόλαο Λούβαρη (1887-1961, θεολόγο, καθηγητή Πανεπιστημίου και Τέκτονα) πιθανότερη είναι η ερμηνεία του Κέλσου σύμφωνα με την οποία οι επτά βαθμοί της μύησης ανταποκρίνονται στις επτά πλανητικές σφαίρες διά των οποίων διέρχεται η ψυχή έως ότου φτάσει στην χώρα των Μακάρων.

Κρίνοντας από τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν στους τόπους όπου τελούνταν θυσίες, φαίνεται ότι αυτές ήταν αρκετά πολυάριθμες στην λατρεία του Μίθρα. Οι ανασκαφές φανέρωσαν πληθώρα σιδερένιων, ορειχάλκινων και μπρούντζινων μαχαιριών και ακόμα μερικές αλυσίδες που χρησιμοποιούνταν πιθανώς για το δέσιμο των θυμάτων.

Θυσιάζονταν βόδια, πρόβατα, κατσίκες, κότες και κάποιες φορές άγρια ζώα, όπως για παράδειγμα αγριόχοιροι. Η πρώτη θυσία ήταν η θυσία του ταύρου που τελέσθηκε προσωπικά από τον ίδιο τον Μίθρα και οι πιστοί του συνέχισαν το παράδειγμά του. Κρατώντας τον με το ένα χέρι από τα κέρατα, βύθισε με το άλλο στην καρδιά του (σε άλλες παραστάσεις στον τράχηλο) το μαχαίρι που έφερε. Και τότε έλαβε χώρα ένα ασύνηθες γεγονός.

Από το σώμα του θνήσκοντος ζώου βλάστησαν όλα τα ιαματικά βότανα και τα φυτά, τα οποία κάλυψαν με το πράσινό τους χρώμα την γη. Από τον νωτιαίο του μυελό βλάστησαν τα σιτηρά από τα οποία παρασκευάζεται ο άρτος και από το αίμα του η άμπελος η οποία παρέχει το ιερό ποτό των μυστηρίων, τον οίνο. Αλλά το πνεύμα του κακού καιροφυλακτώντας, απέστειλε τα πλάσματα του για να απομυζήσουν από το θνήσκον ζώο την πηγή της ζωής, ο σκορπιός, το μυρμήγκι και ο όφις, προσπάθησαν να καταφάγουν τα γεννητικά όργανα του γόνιμου ζώου και να πιούν το αίμα του. Δεν πέτυχαν όμως στον σκοπό τους και το θαύμα ολοκληρώθηκε.

Από το σπέρμα του, που συγκεντρώθηκε και καθαρίστηκε από την Σελήνη, γεννήθηκαν όλα τα είδη των ωφέλιμων ζώων. Η ψυχή του ταύρου, υποστηριζόμενη υπό του κυνός, ανεβαίνοντας μέχρι τους θεούς, έγινε το πνεύμα που προστατεύει τα κοπάδια. Έτσι ο ταυροβόλος ήρωας, διά της επενέργειάς του επί της χαοτικής ύλης διά μέσου της τελετουργικής θυσίας, κατέστη ο Δημιουργός όλων των χρησίμων όντων και από τον θάνατο του συμβολικού ζώου αποκαταστάθηκε μία νέα και γόνιμη ζωή επάνω στην Γη.

Όμως το πνεύμα του κακού, ο Αριμάν, εξοργίζεται και εξαπολύει κατά του ανθρωπίνου γένους διάφορες πληγές. Από τα κακά όμως αυτά σώζει τους ανθρώπους ο Μίθρας, ο οποίος με το τέλος της αποστολής του επάνω στην γη, ανέρχεται εις τους ουρανούς επιβαίνοντας στο άρμα του Ηλίου. Εκεί, στις ουράνιες περιοχές, αρχάγγελος πλέον των αγαθοποιών δυνάμεων, ο Μίθρας συνεχίζει τον αγώνα του εναντίον των πονηρών και κακοποιών πνευμάτων. Η πάλη αυτή πάνω στην γη αντικατοπτρίζεται στις καρδιές και στον ψυχισμό των ανθρώπων.

Η πιο γνωστή Μιθραϊκή αναπαράσταση της θυσίας του ταύρου είναι η εξής:

«Μέσα σε ένα σπήλαιο φαίνεται ο ταύρος πεσμένος στην γη, με τα μπροστινά πόδια διπλωμένα κάτω από αυτόν και με τα πισινά του πόδια τεντωμένα. Ο Μίθρας στέκεται έχοντας καβαλήσει το ζώο με το αριστερό του γόνατο διπλωμένο και με το δεξί του πόδι απλωμένο πάνω από το δεξιό μπούτι του ταύρου. Με το αριστερό του χέρι τραβάει προς τα πάνω το πεσμένο ζώο, του οποίου το κεφάλι στρέφεται προς τον ουρανό, και με το δεξί του χέρι του χώνει στο πίσω μέρος του τραχήλου ένα μικρό σπαθί. Ο Μίθρας ο ίδιος έχει το κεφάλι του γυρισμένο, σαν να κοιτάζει πίσω. Ένας Ιέρακας που υπάρχει στα αριστερά του σκύβει προς αυτόν.

Στην αριστερή γωνία εμφανίζεται συχνά η φιγούρα του Ηλίου, ενώ στην δεξιά της Σελήνης. Στο κάτω μέρος φαίνεται ένας σκύλος να ορμά προς το αίμα που αναβλύζει από την πληγή και το ίδιο κάνει ένα φίδι. Ένας σκορπιός πιάνει με τις δαγκάνες του τους όρχεις του ετοιμοθάνατου ζώου και το τσιμπάει με την άκρη της λαβής. Κάποιες φορές συμμετέχει στην σκηνή και ένα μυρμήγκι. Άλλοτε κάτω από τον ταύρο παριστάνεται ένας κρατήρας βάζο με δύο λαβές και ένα λιοντάρι φαίνεται να κοιτάζει ή να πίνει από αυτό, ενώ το φίδι φαίνεται να κάνει το ίδιο πράγμα από την αντίθετη μεριά.

Από την μια και την άλλη πλευρά στέκονται δύο νέοι άνδρες, από τους οποίους ο ένας κρατάει υψωμένο δαυλό και ο άλλος κρατάει δαυλό στραμμένο προς τη Γη. Είναι ντυμένοι όπως και ο Μίθρας και φέρουν στο κεφάλι τους το ίδιο είδος σκούφου. Σαν μια τελευταία λεπτομέρεια, η οποία πιθανώς δεν είναι και η λιγότερο σημαντική, η ουρά του ταύρου, σηκωμένη πίσω, τελειώνει με στάχυα». Τα ανάγλυφα συνιστούν μια μαρτυρία του γεγονότος ότι για τον Μίθρα και τον ταύρο πρωταρχικά υπήρχε ένας ολόκληρος μυστικός θρύλος. 

Η παράδοση Aβέστα διατήρησε το θρύλο για τον θυσιαζόμενο ταύρο στις αρχές του κόσμου από τον οποίο εμφανίσθηκαν οι πλανήτες. Ο ταύρος που σκοτώθηκε από τον Μίθρα ήταν ο θεϊκός ταύρος η θυσία του οποίου θα πραγματοποιείτο, σύμφωνα με την πίστη του Aβέστα, στο τέλος των χρόνων από το χέρι του Σωτήρος (Σαοσυάντ).

Τότε το λίπος του θεϊκού ταύρου, αναμεμειγμένο με το χυμό του λευκού φυτού Χαόμα, θα γινόταν για τους εκλεκτούς το ποτό της αθανασίας. Έτσι ο Μίθρας που με την θυσία του ταύρου έγινε δημιουργός θα γινόταν και σωτήρας.

Η σκηνή της θυσίας του ταύρου που κυνηγιέται και θανατώνεται αποδεικνύει την αρχαιότητα του μύθου που αντιστοιχεί στις συνήθειες ενός λαού ο οποίος ασχολείτο με το κυνήγι. Σύμφωνα με τον μύθο η εντολή του Ορμούζ να θανατωθεί ο ταύρος μεταφέρθηκε στον Μίθρα από τον κόρακα – Ιέρακα και ότι ο Μίθρας παρά την θέληση του την εκτέλεσε.

Οι δορυφόροι του Αριμάν, ο σκορπιός, το μυρμήγκι και το φίδι, εκείνα που προσπαθούσαν να δηλητηριάσουν ή να ρουφήξουν το σπέρμα της ζωής, δεν κατάφεραν να το κάνουν. Οι δύο δαδούχοι είναι οι αντικαταστάτες του Μίθρα. Ο ένας δαδούχος εκπροσωπεί τον Ήλιο ο οποίος ανεβαίνει προς το μεσουράνημα ή την ημέρα που προχωρεί από το χειμερινό ηλιοστάσιο μέχρι την ισημερία της άνοιξης και ο άλλος εκπροσωπεί τον Ήλιο στην παρακμή του ή την ημέρα που μικραίνει. Τα στάχυα στην ουρά του ταύρου μας φανερώνουν ότι το σιτάρι που φτιαχνόταν το ψωμί του δείπνου προέρχεται από τον θυσιασμένο ταύρο.

Η θυσία του ταύρου τοποθετήθηκε στις αρχές του χρόνου σαν αρχή της ζωής στην γη ακριβώς γιατί η αποστολή της ήταν να προκαλέσει την αναγέννηση της Φύσης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ταύρος που θυσιαζόταν κάθε έτος δεν ήταν ένα συνηθισμένο ζώο.

Ήταν μια εκδήλωση της παγκόσμιας ζωής και η πιο τέλεια έκφρασή της.  Σε αυτήν ήταν συμπυκνωμένες, ας πούμε, οι ιδιότητές της και για αυτό με την μεσολάβηση της θυσίας αυτές οι ιδιότητες μπορούσαν να διαδοθούν σε ολόκληρη την Φύση. Έτσι θεωρείτο ο πρωταρχικός ταύρος και το θύμα που θυσιαζόταν ετησίως ήταν στην πραγματικότητα θεϊκό, επειδή ο πρωταρχικός ταύρος ήταν κατ’ εξοχήν θεϊκός. Όσο για τις συνθήκες της θυσίας του, ήταν το ίδιο νεφελώδεις όπως και ο ταύρος ο ίδιος. 

Ωστόσο η θυσία του ταύρου, του οποίου ο μύθος φαίνεται ότι συσχετίζεται στενά με το ιερό δείπνο των μυστών, δεν είχε διόλου την έννοια του να παρέχει κρέας για αυτό το γεύμα. Ο ταύρος της εσχατολογικής θυσίας δεν πρέπει ούτε καν να τεμαχίστηκε για να τραφούν οι εκλεκτοί. Η ζωή εξήλθε από το σώμα του για να μεταδοθεί στην γη.

Λέγεται μόνον ότι το λίπος του μπήκε σαν συνθετικό στο ποτό της αθανασίας. Όπως στην Βεδική μυθολογία το ουράνιο Σόμα είναι το σπέρμα ζωικού θύματος και ταυτισμένο με το φεγγάρι, έτσι και το Περσικό Χαόμα είναι το σπέρμα του πρωταρχικού Ταύρου. Οι μύθοι αυτοί αφήνουν να εννοηθεί ότι στο τελετουργικό του Μίθρα, το κρέας του θυσιασμένου ταύρου στην μεγάλη θυσία δεν τρωγόταν ποτέ.

Στα συστατικά του Μιθραϊκού δείπνου περιλαμβάνετο μόνον η θεϊκή ουσία του ταύρου και όχι η φυσική του μορφή και ουσία. Ο Τερτυλλιανός λέει ότι ο διάβολος σύστησε στα πλαίσια της λατρείας του Μίθρα την προσφορά του ψωμιού, όμως η προσφορά αυτή απαντάται σχεδόν παντού στις αρχαίες λατρείες. Το ότι το συγκεκριμένο Μιθραϊκό τελετουργικό είχε μια μεγάλη ομοιότητα με το χριστιανικό αντίστοιχο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προσφορά στην Μιθραϊκή λατρεία δεν ήταν μια απλή προσφορά, αλλά αποτελούσε το Μιθραϊκο-ισοδύναμο του Χριστιανικού δείπνου και λάμβανε χώρα σε συνθήκες απολύτως όμοιες με εκείνες στις οποίες τελείται το Χριστιανικό δείπνο.

Αυτή η σχέση εξέπληξε ήδη τον άγιο Ιουστίνο, ο οποίος όπως και ο Τερτυλλιανός, έζησε αρκετά κοντά για πολύ καιρό τον παγανισμό πριν προσηλυτιστεί στην πίστη του Χριστού. Περιγράφοντας το χριστιανικό δείπνο, στο οποίο δεν έπαιρναν μέρος παρά μόνον οι βαπτισμένοι πιστοί, ο Ιουστίνος λέει ότι το ψωμί και η κούπα με το κρασί δεν θεωρούνται ότι είναι κοινό ψωμί και ποτό.

Όπως ο Χριστός, μέσω της δύναμης του θεϊκού Λόγου, απέκτησε σώμα και αίμα για τη σωτηρία των ανθρώπων, το ίδιο και η τροφή η οποία πρέπει να θρέψει το σώμα και το αίμα του πιστού είναι εξαγιασμένη με την προφορά της ευχαριστιακής προσευχής και έγινε σώμα και αίμα του Ενσαρκωμένου Λόγου, όπως μπορούμε να δούμε στις Πράξεις των Αποστόλων.

Ο Ιουστίνος που γνώριζε τέλεια την Μιθραϊκή λατρεία, τα τελετουργικά και τις μορφές της, ερμηνεύει το Μιθραϊκό δείπνο με τον εξής τρόπο: «Όπερ και εν τοις του Μίθρα μυστηρίοις παρέδωκαν γίνεσθαι μιμησάμενοι oι πονηροί δαίμονες. ότι γάρ άρτος και ποτήριον ύδατος τίθεται εν ταις του μυουμένου τελεταίς μετ’ επιλόγων τινών ή επίστασθε ή μαθείν δύνασθε».

Οι μιθραϊκοί τύποι είχαν κάποιες μυστικές εκφράσεις ανάλογες με το: «αυτό είναι το σώμα μου και αυτό είναι το αίμα μου», που θυμίζουν την υψηλή σημασία της Θείας Ευχαριστίας.  Μπροστά στους μύστες ήταν τοποθετημένα ψωμιά και στην συνέχεια τους προσφέρονταν οι κούπες. Οι ιερές ευχές προφέρονταν μάλλον από τον «Πατέρα των Πατέρων».

Η αναλογία ήταν αξιοσημείωτη, επειδή το ψωμί και το ποτό αναπαριστούσαν την ουσία του μυστικιστικού ταύρου, του θεϊκού ταύρου, τον οποίο θυσίασε ο Μίθρας. Και αυτή η σχέση δεν ήταν ούτε αμυδρή ούτε υπονοούμενη. Πιθανώς εκφραζόταν κατηγορηματικά και επειδή ο Ιουστίνος την γνώριζε, ήταν εντυπωσιασμένος από αυτήν και δεν μπορούσε να μην διακρίνει σε αυτήν μια πίστη και μια λειτουργική οικονομία σε ένα σύνολο παρόμοιο με την χριστιανική πίστη και λειτουργία. Αναγκασμένος να εξηγήσει μια τέτοια αντιστοιχία και γνωρίζοντας ότι τα τελετουργικά των μυστηρίων δεν ήταν καθόλου μια απομίμηση των πρόσφατης ημερομηνίας χριστιανικών τελετών, μέμφεται την μίμηση του ευχαριστιακού δείπνου ότι δήθεν γίνεται από δαίμονες.

Τα Μυστήρια του Μίθρα ήταν μια «θρησκεία» επιβλητική. Ο θεός ήταν νέος, όμορφος, γενναίος, ακηλίδωτος και κήρυττε μια αυστηρή ηθική την οποίαν αυτός πρώτος ακολουθούσε και επιπλέον ήταν ο μόνος Θεός-Σωτήρας που δεν πέθαινε. Το τέλος του Μιθραϊσμού, όπως και άλλων μυστηριακών θρησκειών, επήλθε με την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, πιθανόν επειδή δεν μπόρεσε να αφομοιώσει την Ελληνική φιλοσοφία και ίσως να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των καιρών.

Τελικά ο Mιθραϊσμός εξαλείφθηκε πρώτα από την Ευρώπη και αργότερα από την Μικρά Ασία αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για το άστρο του Χριστιανισμού που τότε ανέτειλε δεδομένου ότι με την δύναμη του κράτους από πίσω τους οι χριστιανοί δεν έχασαν καθόλου χρόνο επιτιθέμενοι και καταστρέφοντας το κάθε τι που δεν ήταν «δικό τους».

8 years 8 months ago


Ο σκοπός της τελετουργίας φαίνεται ότι ήταν ο ίδιος. Ο Στρατιώτης αφιερωνόταν στον Μίθρα, όπως ο χριστιανός αφιερώνεται στον Χριστό. Οι πληροφορίες σχετικά με τους Λέοντες είναι λίγες.

Ο Στρατιώτης εισαγόταν στο Μιθραίο με πένθιμους ήχους, όπου του αφαιρούσαν όλες τις τηβέννους και τα εργαλεία του βαθμού του πριν συμβολικά θανατωθεί και τοποθετηθεί σε μια κλειστή αίθουσα μεγέθους μικρού νεκροθαλάμου. Εκεί τον υπέβαλλαν σε κάποιες αυστηρές δοκιμασίες και κατόπιν σηκωνόταν από τον τάφο.

Ακολούθως του ενεχυρίαζαν στολή που αποτελείτο από τον κωνικό πίλο (ο φρυγικός σκούφος των εικόνων του Μίθρα), τον πτυχωτό μανδύα επάνω στον οποίο απεικονίζονταν τα ζώδια, την ποιμενική ράβδο (βακτηρία) και τον χρυσό όφι που τοποθετούσαν στο στήθος του ως έμβλημα της αναγεννήσεως και αναγορεύσεώς του σε οπαδό του Μίθρα, δεδομένου ότι ο όφις λόγω της ετησίας αλλαγής του δέρματός του θεωρείτο ως σύμβολο αναγέννησης. Επίσης ο νεόφυτος διδασκόταν τα μυστικά δόγματα του Μιθραϊσμού και ειδικότερα την θεωρία της Κοσμογονίας. Έπειτα καθαριζόταν συμβολικά από την αμαρτία με μέλι και τον προέτρεπαν να ζήσει την ιδανική Μιθραϊκή ζωή «των καλών λέξεων, των καλών σκέψεων και των καλών πράξεων».

Ο Πορφύριος αναφερόμενος στο ίδιο πράγμα, επιβεβαιώνει ότι χρησιμοποιούσαν μέλι στην καθιέρωση των Λεόντων βάζοντας μέλι στην γλώσσα και χύνοντας μέλι στα χέρια τους. Κατά τον Γρηγόριο Νανζιανζηνό, ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός μετά την αποστασία του από τον χριστιανισμό, πριν αγγίξει τον άρτο της θείας Ευχαριστίας καθάριζε τα χέρια του με μέλι. Από την ενέργεια αυτή φαίνεται ότι ήταν μυημένος στα Μυστήρια του Μίθρα.

Μια άλλη πληροφορία πολύ σημαντική περί των τελουμένων κατά τον βαθμό του Λέοντος, μας παρέχει και πάλιν ο Πορφύριος (Περί αποχής εμψύχων IV, 16, 1-0). Κατ’ αυτόν η ιερουργία γινόταν δια της επιθέσεως επί του σώματος του μυούμενου διαφόρων δερμάτων ζώων όπως γινόταν και στα Αιγυπτιακά Μυστήρια. Με αυτό αναμφίβολα συμβολιζόταν ότι ο μυούμενος γινόταν κυρίαρχος των υπό των ζώων εκείνων αλληγορουμένων φυσικών δυνάμεων και πεδίων της εκδηλώσεως.

Κατά άλλη εκδοχή, ο τύπος αυτός μπορεί να σημαίνει την υπό του μύστου επανάκτηση των κατά την πτώση αυτού στην ύλη πνευματικών δυναμικών ιδιοτήτων που έχουν απολεσθεί. Οι ιδιότητες αυτές, που είναι συνυφασμένες με την ομαλή και αλώβητο λειτουργία των διαφόρων υπεράνω του υλικού σώματος υποστάσεων του ανθρώπου, είναι το εχέγγυο της αφυπνίσεως των λεπτοφυών ρευμάτων του αοράτου οργανισμού (Ka - αιθερικό ) και της εκδήλωσης των υπερβατικών ικανοτήτων του πνεύματος και του νου.

Υποθέτουμε λοιπόν ότι τα αναφερόμενα στον Ποιμάνδρη για τον Τρισμέγιστο Ερμή (περί εγκατάλειψης ελαττωμάτων), είναι αντιγραφή της Αιγυπτιακής και Μιθραϊκής παράδοσης. Χρησιμοποιούσαν επίσης μέλι και στην επόμενη μυητική βαθμίδα, εκείνη του «Πέρση». Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πορφύριου, το μέλι δεν έχει μόνο μια καθαρτική ιδιότητα αλλά και ικανότητα συντήρησης.

Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, η χρήση του μέλιτος δικαιολογείται από τον υψηλό βαθμό της μύησης και υποτίθεται ότι αυτός ο βαθμός της μύησης είχε θεσπιστεί για να θυμίζει την Περσική καταγωγή της Μιθραϊκής λατρείας, καθώς και για να συμπεριλάβει τους ξένους προσήλυτους στο Περσικό έθνος.

Μετά τον βαθμό του Πέρση ακολουθούσε εκείνος ο του Ηλιοδρόμου. Όπως και ο Μίθρας, ο συγκεκριμένος μύστης ήταν εξομοιωμένος με τον Ήλιο. Αυτός δεν έτρεχε μπροστά από τον Ήλιο αλλά ανέβαινε μαζί του στο άρμα του. Η αντίστοιχη μυθική σκηνή φιγουράρει συχνά στους μικρούς πίνακες των ανάγλυφων. Από το άρμα του ο Ήλιος απλώνει το χέρι του προς τον Μίθρα ο οποίος ανεβαίνει δίπλα του. Ο Μίθρας λοιπόν ήταν ο πρώτος του Ηλιοδρόμος, όπως επίσης ήταν και ο πρώτος Πέρσης.

Στην οικονομία των μυστηρίων και στην αστρολογική τους ερμηνεία ο βαθμός αυτός, υπεράνω του οποίου δεν υπάρχει παρά μόνον ο ανώτατος βαθμός, παρουσιάζει τον μύστη στον δρόμο προς τον ουρανό όπου δεν του μένει πια παρά μόνον να εισδύσει εκεί μαζί με τον Μίθρα για να αγγίξει την σφαίρα της θεότητας.

Η μυθική σκηνή παρουσιάζει πιθανώς την ανάβαση-ανάληψη του Μίθρα στον ουρανό μετά το πέρας των κατορθωμάτων του και αναπαριστά την υποδοχή των εκλεκτών στον ουρανό του Αχούρα Μάζδα.

Εδώ δεν γίνεται λόγος για ευτυχία στον κάτω κόσμο, την κατοικία των θνητών, αλλά για την ευτυχία του ουρανίου κόσμου, της σφαίρας του αιωνίου φωτός. Ο ανώτατος βαθμός ήταν εκείνος του Πατρός, του οποίου η τάξη στην ιεραρχική διαβάθμιση αντιστοιχούσε με εκείνη του Μίθρα στον ουρανό.

Στην αρχή οι Πατέρες ήταν πιθανώς οι πιο ηλικιωμένοι, οι σοφοί γέροντες, οι τηρητές των ιερών παραδόσεων της φυλής και στην βαθμίδα των μυστηρίων ήταν οι πλήρως μυημένοι, εκείνοι των οποίων η κοινωνία με τον Μίθρα ήταν πλήρης. Επικεφαλής τους ήταν ο «Πατήρ Πατέρων», ο αδιαφιλονίκητος μεγάλος Μυσταγωγός των τελετών της μύησης και πνευματικός οδηγός ολόκληρης της κοινότητας που ήταν διαβαθμισμένη σε διαφορετικές. Τα σωζόμενα σήμερα στα διάφορα μουσεία Μιθραϊκά μνημεία, υποδεικνύουν ότι η αθανασία της ψυχής περιλαμβανόταν μεταξύ των όσων διδάσκονταν κατά την Μιθραϊκή μύηση.

Κατά την τελική μύηση ο νεόφυτος εκπροσωπούσε σε δεδομένη στιγμή ένα νεκρό άτομο, κατά τα πρότυπα του Χιράμ, του οποίου η επάνοδος στην ζωή συμβόλιζε την ανάσταση.

Από την μαρτυρία του Πορφύριου συνάγεται επίσης ότι τα Μιθραϊκά Μυστήρια, σε ένα των βαθμών τουλάχιστον περιέγραφαν την κάθοδο των ψυχών στον Άδη και από εκεί την άνοδό των δια της οποίας απελευθερώνονταν από τον νόμο της μετεμψυχώσεως, ενώ η Μιθραϊκή θρησκεία δίδασκε ότι οι ανθρώπινες ψυχές «επενδύονται» σώματα παντός είδους. Έτσι και στα Μιθραϊκά Μυστήρια την βάση αποτελούσε η ιδέα της αναγεννήσεως που είναι το μυστικό όλων των Μυστηριακών δογμάτων.

Ο Κέλσος, όπως αναφέρει ο Ωριγένης, μιλά περί ψυχών ανερχομένων και κατερχομένων τις πλανητικές σφαίρες και λέει ότι κατά την μύηση στα Μιθραϊκά Μυστήρια το δόγμα αυτό παριστάνετο από μια κλίμακα η οποία είχε επτά πύλες που αναλογούσαν προς τους πλανήτες Κρόνο, Αφροδίτη, Δία, Ερμή, Άρη, Σελήνη και Ήλιο, ενώ στην κορυφή της η ογδόη και τελευταία συμβόλιζε την απολύτρωση της ψυχής. 

Έτσι βλέπουμε ότι συμβολικά η ηλικία των διδασκάλων τεκτόνων είναι 7 ετών.

Στην μύηση των Καθαγιασμένων υπάρχει μια διπλή κλίμακα με επτά βατήρες.

Στην μύηση του Prince Adept υπάρχουν 7 λαμπτήρες σύμβολα των 7 πλανητών.

Οι 7 αυτοί λαμπτήρες δεν είναι παρά τα 7 κατώτερα Σεφιρώθ του Δένδρου της Ζωής στην Καμπάλα δια των οποίων κατέρχονται οι ψυχές προς ενσάρκωση και κατόπιν ανέρχονται προς την θέωση.

Όθεν λέει ο Πατήρ των Πατέρων:

«Δεν επέστη ακόμη η ώρα, αν αυτή μέλλει, να έλθη ποτέ, κατά την οποίαν θα εισδύσης πέραν των επτά λαμπτήρων, οι όποιοι ακτινοβολούν προ του θρόνου, εις κόσμον εκτεινόμενον πέραν των ορίων της αντιλήψεως σου, διά να αντικρύσης εκεί πρόσωπον προς πρόσωπον το Ον, το άνευ μορφής και ονόματος, το οποίον κείται όπισθεν όλων των μορφών και όλων των ονομάτων. Αλλά δύνασαι και ήδη να διείδης αυτό, εις τας πρωτεύουσας αυτού εκδηλώσεις, την λάμψιν του φωτός εις τον φυσικόν κόσμον, το βασίλειον του νόμου εις το ηθικόν κόσμον».

8 years 8 months ago

Οι επτά βαθμίδες της Μιθραϊκής μύησης είχαν καθορισθεί με βάση τους επτά πλανήτες και αντιστοιχούσαν στις επτά πλανητικές σφαίρες τις οποίες η ψυχή ήταν υποχρεωμένη να διασχίσει για να φθάσει στην κατοικία των Μακάρων. Κατά συνέπειαν ο καθορισμός των επτά βαθμίδων των μυστών δεν είναι προγενέστερος της αστρολογικής επίδρασης της Βαβυλώνας.

Από τους επτά βαθμούς οι τρεις πρώτοι αποτελούσαν την κατηγορία των υπηρετούντων.
Οι κάτοχοι των βαθμών αυτών δεν μετείχαν των μυστηρίων στα οποία λάμβαναν μέρος οι κάτοχοι των άλλων τεσσάρων βαθμών που αποτελούσαν την κατηγορία των μετεχόντων.

Στην μύηση του Στρατιώτη ήταν γνωστή η προσφορά ενός στέμματος από δάφνη επάνω σε ένα ξίφος τον οποίο αυτός έπρεπε να αρνηθεί λέγοντας «ο Μίθρας είναι το Στέμμα μου». Αυτό δεν ήταν μια συμβολική απόρριψη αλλά μπορούμε να πούμε ότι με την μύηση γινόταν «Στρατιώτης του Μίθρα» που σήμαινε ότι τοποθετούσε το Θεό στο επίκεντρο της ζωής του.

Το έτος 377 μ.Χ. ο νομάρχης της Ρώμης Γράκχος προσηλυτισμένος πρόσφατα στον Χριστιανισμό, απέδειξε το ζήλο του καταστρέφοντας ένα Μιθραίο. Ο Ιερώνυμος γράφοντας στην Λαέτια (Laetam), είχε την χαρά να της αποδείξει την Μιθραϊκή του μόρφωση μνημονεύοντας τις επτά βαθμίδες της Μιθραϊκής μύησης, υπενθυμίζει αυτό το ευσεβές κατόρθωμα: «Δεν είναι άραγε αλήθεια ότι ο συγγενής σας Γράκχος, του οποίου το όνομα είναι συνώνυμο με την ευγένεια των πατρικίων, της εποχής που ήταν νομάρχης της πόλης κατεδάφισε και κατέστρεψε το άντρο του Μίθρα μαζί με όλες τις θηριώδεις απεικονίσεις που εξυπηρετούσαν στην μύηση του Ιέρακος, του Κρύφιου, του Στρατιώτη, του Λέοντος, του Πέρση, του Ηλιοδρόμου και του Πατρός, γεγονός για το οποίο έλαβε το βάπτισμα του Χριστού, και το οποίο ήταν, για να το πω έτσι, μια εγγύηση της πίστεως του;»

Οι επιγραφές επιβεβαιώνουν λεπτομερειακά αυτήν την απαρίθμηση. Οι θηριώδεις μορφές αποτελούν το σύνολον των λατρευτικών αντικειμένων. Σε αγάλματα και ανάγλυφα απεικονίζονται οι θεότητες, αλλά κυρίως οι βαθμίδες των Μυστών οι οποίοι έφεραν ορισμένα διακριτικά σημάδια σχετικά με τα ονόματα τους. Ο «Ιέρακας» εμφανιζόταν στις τελετουργίες με το κεφάλι ενός πουλιού, ενώ ο «Λέοντας» με το μουσούδι του ίδιου ζώου.

Ο Πορφύριος συσχετίζει τις ζωικές επωνυμίες των βαθμίδων μύησης με τα σύμβολα του ζωδίου και με την μετεμψύχωση και αναφέρει με τρόπο σαφή ότι οι Ιέρακες ήταν επικουρικοί. Συνεπώς οι Ιέρακες πρέπει να θεωρούνταν ότι αποτελούσαν την κατώτερη βαθμίδα. Στις αναπαραστάσεις του Μίθρα του Ταυροκτόνου εμφανίζεται συχνά ένας Ιέραξ ερχόμενος προς τον θεό και τον οποίον ο Μίθρας φαίνεται κάποιες φορές ότι τον κοιτά.

Ο Ιέρακας είναι πιθανώς ο αγγελιαφόρος που αποστέλλεται στον Μίθρα, μάλλον εκ μέρους του Ηλίου, με την εντολή να θυσιάσει τον ταύρο. Ο ρόλος του συνιστά μιαν ένδειξη αρκετά καθαρή του υφισταμένου λειτουργήματος το οποίο τελούσαν οι Ιέρακες σαν αγγελιοφόροι και σαν υπηρέτες φροντίζοντας για τα απαραίτητα δίπλα στους μύστες κατά την περίοδο της εκτέλεσης της μυητικής υπηρεσίας.

Για τον δεύτερο βαθμό, των Κρύφιων, δεν είναι σχεδόν τίποτε γνωστό, παρά μόνο ότι αυτοί φορούσαν ένα πέπλο κατά τις τελετές και κρατούσαν μια λυχνία. Το όνομα τους φαίνεται ότι προέρχονταν από το γεγονός ότι στις συγκεντρώσεις της κοινότητας ήταν «κρυμμένοι με ένα πέπλο» που υποδηλώνει ότι ήταν ανίκανοι να δουν το φως της αληθείας έως ότου να ανασηκωθεί για αυτούς το πέπλο της πραγματικότητας.

Σύμφωνα όμως με άλλη άποψη ο δεύτερος βαθμός ονομαζόταν ο Nymphus (νυμφίος) και οι Κρύφιοι αποτελούσαν μια τάξη που εμφανίστηκε αργότερα στην ιστορία του Μιθραϊσμού και είχε εκπαιδευτεί με στόχο να αναλάβει την διοίκηση (κρυφοί αρχηγοί) και να συνεχίσει τα μυστήρια με κεκαλυμμένο τρόπο λόγω της αυξανόμενης εχθρότητας των Χριστιανών, οι οποίοι είχαν αρχίσει να αποκτούν μεγάλη δύναμη και επιρροή.

Ο Τερτυλλιανός, που φαίνεται ότι γνώριζε καλά τα μυστήρια του Μίθρα, μιλά επί μακρόν για την μύηση στον βαθμό του Στρατιώτη, αναφέρει σχετικά ότι: «Και αυτός (ο δαίμων) βαπτίζει τους οπαδούς του και εκείνους που πιστεύουν εις αυτόν υπόσχεται να τους αποπλύνει τον ρύπον της αμαρτίας διά τινός βαπτίσματος. Και εάν η μνήμη μου δεν με απατά, ο Μίθρας θέτει επίσης την σφραγίδα του επί του μετώπου των στρατιωτών του. εκτελεί ομοίως την θείαν ευχαριστίαν του άρτου και εικονίζει την ανάστασιν. Ο μύστης τέλος ανακτά τον στέφανον (της νίκης) επί του άκρου του ξίφους».

Το συμπέρασμα που εξάγεται από εδώ είναι ότι η μύηση των Στρατιωτών περιελάμβανε μια βάπτιση με την ευκαιρία της οποίας έκαναν κάποιο σημείο στο μέτωπο του μυούμενου.
Ο Τερτυλλιανός θεωρεί ότι, η τελετουργία αυτή σε μεγάλο μέρος μοιάζει κατά εκπληκτικό τρόπο με το χριστιανικό βάπτισμα, στην προκειμένη περίπτωση εξ αιτίας αυτού του «σημαδέματος» που την συνοδεύει και το οποίο αργότερα ονομάσθηκε χρίσμα. Οι πρώτοι ισχυρισμοί του Τερτυλλιανού είναι γενικής τάξης, επειδή ξέρει ότι ο διάβολος βαφτίζει και άλλους εκτός από τους θιασώτες του Μίθρα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι στην λατρεία του Μίθρα το μέτωπο του μύστη σημαδεύεται με ένα σημάδι στο βάπτισμα, όπως και στην Χριστιανική Εκκλησία. Μόνο που λέγεται ότι το έκαναν με έναν πιο βίαιο τρόπο από ότι η Χριστιανική Εκκλησία.
Διότι σημάδευαν τους μυημένους με πυρακτωμένο σίδερο, όταν ο Χριστιανός επίσκοπος ή ο ιερέας αργότερα αρκείται να κάνει με το δάχτυλό του στο μέτωπο του νεοφύτου το σημείο του σταυρού, ένα σημάδι από λάδι που εξαλείφεται αργότερα.
Πάντως η μυστικότητα των μυστηρίων μας κάνει να θεωρούμε ότι το σημείο του Μίθρα στο μέτωπο ήταν μάλλον συμβολικό και όχι πραγματικό, αλλιώς θα πρόδιδε την ιδιότητα του.

8 years 8 months ago

Η Μύηση στα Μιθραϊκά μυστήρια είχε έντονο το στοιχείο του αποκρυφισμού. Με την μύηση το νέο μέλος δεσμευόταν ότι δεν θα αποκαλύψει την εσωτερική διδασκαλία που του εκμυστηρεύτηκαν και ότι δεν θα κοινολογήσει το μυστικό των τελετουργιών στα οποία συμμετείχε. Η Μιθραϊκή μύηση ήταν πολύ επηρεασμένη από τα μαγικά τελετουργικά της Ανατολής.

Μεταξύ των προϋποθέσεων, οι οποίες απαιτούνταν για την μύηση, απαριθμούνται μερικές «δοκιμασίες» αρκετά δύσκολες. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός μιλά περί «βασανισμών και μυστικιστικών καυτηριασμών» στους οποίους υποβάλλονταν οι πιστοί του Μίθρα.

Εκείνα τα εγκαύματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά το σημάδι που έθεταν στο μέτωπο τους οι μυούμενοι στον βαθμό του Στρατιώτη όπως θα δούμε παρακάτω. Τέλος ο νεομύητος ατένιζε στο βάθος του Αδύτου μεγαλοπρεπή αψίδα εικονίζουσα το ταυροβόλιο ή σκηνή της ταυροκτονίας.

Σύμφωνα με ένα σχολιασμό του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, οι «βασανισμοί» συνίσταντο σε δοκιμασίες με την βοήθεια του νερού, της φωτιάς, του χιονιού, της πείνας, της δίψας και κάποιων εκτεταμένων αγώνων. Τηρούσαν αναμφισβήτητα την νηστεία και την εγκράτεια.
Ο Ιουστίνος, κάτι που είναι φυσικό για ένα χριστιανό συγγραφέα, μέμφεται τις τελετές του Μίθρα για έλλειψη σοβαρότητας, υπονοώντας ότι οι υποψήφιοι στην μύηση εμπαίζονταν. Τους περιγράφει με τα μάτια δεμένα στο μέσον ενός πλήθους που σειόταν τριγύρω τους:

«Κάποιοι μιμούνταν τον κρωγμό του ιέρακος και χτυπούσαν τα φτερά τους. Άλλοι έβγαζαν βρυχηθμούς όπως τα λιοντάρια. Κάποιοι, μεταξύ των υποψηφίων, έχοντας τα χέρια δεμένα με έντερα κότας, πηδούσαν επάνω από λάκκους γεμάτους με νερό. Ένα άτομο, που έκανε την εμφάνιση του με ένα ξίφος, απέκοπτε τα εντόσθια, ως κάποιος ελευθερωτής...».

Οι πιο πολλές πληροφορίες είναι πραγματικές. Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι καταναλώνονταν πάρα πολλά πουλερικά με την ευκαιρία των τελετών του Μίθρα. Το τελετουργικό των δεμένων χεριών με έντερα πτηνών ήταν πιθανώς μια από αυτές τις δοκιμασίες που αποτελούσαν μέρος της μύησης. Ο άκομψος χαρακτήρας του τελετουργικού επιβεβαιώνει την παλαιότητα του.

8 years 8 months ago

Το τελετουργικό των Μιθραϊκών αδύτων περιλάμβανε, από την μια μεριά, την κανονισμένη τελετουργία της λατρείας, με τις καθημερινές θρησκευτικές της πρακτικές, με τις περιοδικές και τις ετήσιες ιεροτελεστίες της και από την άλλη πλευρά, τις λεγόμενες «τελετές της μύησης», συσχετισμένες με την θρησκευτική λατρεία.
Τον κάθε ναό υπηρετούσαν ένας ή και περισσότεροι ιερείς.
Οι Μιθραϊκές αδελφότητες δεν ήταν καθοδηγούμενες από τους ιερείς.

Οι ιερείς βέβαια υπήρχαν αλλά μόνον για τις ανάγκες της λατρείας, των οποίων τα ιδιαίτερα καθήκοντα ήταν πιθανώς, όπως και στην περίπτωση των μάγων της Περσίας, εκείνα της επίβλεψης για την συντήρηση της αιώνιας φλόγας, της υποχρέωσης να απευθύνουν προς τον Ήλιο καθημερινές προσευχές, να τελούν τις θυσίες σε ορισμένες ημέρες ή να φροντίζουν για την εκτέλεσή τους εκφωνώντας τις παραδοσιακές ευχές και να κάνουν σπονδές με την ιερή χειρολαβή που έπαιζε ένα τόσο σημαντικό ρόλο στην λειτουργία του Αβέστα. Κάθε ιερέας ήταν ένας μύστης που είχε ένα ανώτερο βαθμό, εκείνον του «Πατρός», μολονότι δεν ήταν όλοι οι «Πατέρες» ιερείς.

Τα ιδιαίτερα τελετουργικά των μυήσεων τελούνταν από τους Πατέρες με την βοήθεια των ιερέων, όχι όμως και από τον ένα ιερέα μόνο του.
Ο πιο υψηλός βαθμός της Μιθραϊκής μύησης, αυτός του «Πατρός», όπως είπαμε δεν ταυτίζεται με την ιδιότητα του ιερέα-μάγου, αλλά ήταν ανεξάρτητος από εκείνη. Το Αβέστα μας φανερώνει ότι η δύναμη του ιερατείου περιοριζόταν στην οργάνωση της επίσημης λατρείας. Αυτό το ιερατείο δεν θα σκεφτόταν ποτέ να συστήσει μερικές αδελφότητες επάνω στις οποίες να είναι κυρίαρχο. Στην λατρεία του Μίθρα υπήρχε μια εβδομάδα, στην οποία οι επτά ημέρες ήταν αφιερωμένες στις επτά πλανητικές θεότητες και στην οποία ήταν αφιερωμένη κατά ιδιαίτερο τρόπο η πρώτη ημέρα, η ημέρα του Ηλίου.

Υπήρχαν ακόμα και μερικοί εποχιακοί εορτασμοί, μεταξύ των οποίων διακρίνονται η γέννηση του Ηλίου, στο χειμερινό ηλιοστάσιο, (25η Δεκεμβρίου), καθώς και μια άλλη σημαντική γιορτή στην ισημερία της άνοιξης, (21η Μαρτίου), επειδή σε αυτήν την περίοδο του έτους φαίνεται ότι γίνονταν συνήθως οι μυήσεις.

8 years 8 months ago

Η επιλογή των τόπων λατρείας του Μιθραϊσμού είναι απόδειξη της πολύ παλιάς καταγωγής. Τα ιερά του Μίθρα ήταν κάποια σπήλαια.

Ο προσανατολισμός τους ήταν από την Ανατολή προς την Δύση. Υπήρχαν επίσης ακόμα μερικά οικοδομήματα τα οποία ποτέ δεν ήταν ψηλά και των οποίων το κύριο δωμάτιο ήταν πάντοτε μια κρύπτη, μια αψιδωτή κάμαρα που αναπαριστούσε, όπως λέγεται, το στερέωμα αλλά η οποία ονομαζόταν «σπήλαιο» ή «άντρο».

Με άλλα λόγια επιδιωκόταν ο ναός να αποτελεί συνέχεια του βραχώδους εκείνου σπηλαίου, όπου στις αρχές υπήρχε το ιερό του Μίθρα. Και αυτό το χαρακτηριστικό έχει την καταγωγή του στην πανάρχαια περίοδο της Ιρανικής θρησκείας. Οι πρώτοι λάτρεις του Μίθρα τελειοποίησαν τα τελετουργικά τους σε τέτοιους απομονωμένους τόπους.

Μια τέτοια επιλογή του ιερού τόπου ίσως να μπορεί να εξηγηθεί από εκείνα που διηγείται ο Κικέρων περί των μάγων της Περσίας (De Legibus I, 10), οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι οι θεοί δεν δέχονταν να τους χτίσουν ναούς όπου κάποιος θα τους έκλεινε μέσα.

Προς χάριν αυτής της αρχής, οι θιασώτες των μυστηρίων άργησαν να αρχίσουν την κατασκευή ναών αφιερωμένων στον Μίθρα έχοντας κάποιους χώρους λατρείας οι οποίοι θύμιζαν σπήλαιο, το πρωταρχικό ιερό του θεού τους.

Το «σπήλαιο» δεν ήταν ποτέ ένας ναός μεγάλων διαστάσεων, επειδή αποτελούσε την έδρα μιας μικρής επί μέρους αδελφότητας. Το Μιθραϊκό ιερό (Μιθραίο) περιλάμβανε έναν προθάλαμο με ένα μικρό σκευοφυλάκιο και μετά ακολουθούσε το κύριο δωμάτιο, η κρύπτη, στην οποία κατέβαινε μια σκάλα.

Η κρύπτη ήταν χωρισμένη κατά μήκος σε τρία μέρη, ένα κεντρικό διάδρομο που είχε ένα μέσο πλάτος 2,5 μέτρα, που κατέληγε στον βωμό των ιεροτελεστιών και στις δύο πλευρές του βρισκόταν έδρανα τοποθετημένα κατά μήκος των πλαγίων τοίχων.
Στην εικόνα παρίσταται το Μιθραίο που ανακαλύφτηκε στο Hedderheim.
Α = πρόναος – Β = είσοδος στην κλίμακα – Γ = σκευοφυλάκιο – Ε = προθάλαμος
Δ = χώρος για τις μυήσεις – Κ = καθιστικοί πάγκοι – Μ = αψίδα με τις ιερές εικόνες

Στο βάθος του ιερού ήταν συνήθως διαρρυθμισμένη μια υπερυψωμένη θολωτή αψίδα στην οποία ήταν τοποθετημένη κατά κανόνα η αγαλματένια απεικόνιση του «Μίθρα ταυροκτόνου», συνοδευμένη κάποτε και από άλλες θεϊκές απεικονίσεις. Μπροστά από αυτήν ήταν τοποθετημένα τα θυσιαστήρια στα οποία έκαιγε η ιερή φλόγα.

Η παρουσία απεικονίσεων του Μίθρα του ταυροκτόνου στο βάθος των Μιθραίων, μας αποκαλύπτει τον πρωταρχικό μύθο αυτής της θρησκείας και πιθανώς, εξ ίσου, την πιο επίσημη μεταξύ των θυσιών του καθώς και την σχέση μεταξύ του μύθου, της τελετουργίας και του δείπνου των μυστών.

Σε ένα Μιθραίο, το πέτρινο ανάγλυφο στο οποίο παριστάνεται ο Μίθρας, σκοτώνοντας τον ταύρο, είναι τοποθετημένο σε έναν στροφέα και έχει και τις δύο πλευρές λαξευμένες. Στο πίσω μέρος, πίσω από τον ξαπλωμένο στην γη ταύρο, φαίνεται ο Μίθρας και ο Ήλιος να στέκονται όρθιοι. Ο Μίθρας κρατά κέρας πόσεως, ενώ ο Ήλιος του προτείνει ένα σταφύλι.

Δηλαδή την θυσία του συμβολικού Ταύρου από τον ανίκητο Μίθρα. Ο Ταύρος συμβόλιζε εδώ την πρωτόγονο ύλη, την οποία ο Ήλιος γονιμοποίησε, διαπερνώντας την με τις ακτίνες του διά θαύματος, το οποίο ανανεούται κάθε ημέρα μπροστά στα μάτια μας.
Μερικά ζώα, τα οποία στην Περσική μυθολογία παριστάνουν αναλόγως τις ευεργετικές ή τις φθοροποιούς επιρροές, ο σκορπιός, ο όφις, ο κύων αμφισβητούν τον χυμό, ο οποίος εκφεύγει από τις πληγές.
Αλλά ο θεός του γονιμοποιούντος φωτός εξασφάλισε το έργο του. Από το σώμα του ταύρου γεννιέται η βλάστηση, η οποία εξωραΐζει την γη και διατηρεί την ζωή.

Στην πρώτη γραμμή της βλαστήσεως αυτής, όλες οι μυθολογίες έθεταν το παραδεισιακό φυτό, του οποίου ο καρπός ή ο χυμός προσέδιδε το προνόμιο της αθανασίας.
Στους Χαλδαίους το φυτό αυτό συμβολίζετο από το αμπέλι, του οποίου ο καρπός, ο οποίος περικλείει τον οίνο, χορήγησε στον Μιθραϊσμό και σε τόσες άλλες θρησκείες το σύμβολο της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων ή και μεταξύ των ανθρώπων και των θεών, οι οποίοι απέβησαν έτσι τέκνα της αυτής μητρός, διότι μετέχουν της αυτής σαρκός και του αυτού αίματος».

Άλλες φορές, σε έναν από τους δευτερεύοντες πίνακες από τους οποίους είναι περιτριγυρισμένη μερικές φορές η κεντρική σκηνή, φαίνονταν ο Μίθρας και ο Ήλιος ξαπλωμένοι εμπρός από κάποιο τραπέζι να κρατούν ο μεν πρώτος ένα κέρας πόσεως ενώ ο άλλος μια κούπα. Επίσης σε ένα άλλο ανάγλυφο πίνακα εμφανίζονται, στην θέση του Μίθρα και του Ήλιου, δύο μύστες καθισμένοι σαν σε Μιθραϊκό δείπνο.

Αυτές οι σχέσεις και αντιστοιχίες δηλώνουν ότι η κύρια απεικόνιση έχει μια άμεση σχέση με τη λειτουργία που τελείτο στον ναό ή καλύτερα με τα διάφορα τελετουργικά και τις διάφορες στιγμές κάποιας τελετής.

Pages